Thomas Lefort
Βιολί
Ο Thomas Lefort ξεχώρισε ήδη από την ηλικία των δεκατριών ετών, όταν τον ανακάλυψε ο Ivry Gitlis, και υπήρξε αφοσιωμένος μαθητής του. Σήμερα συνεχίζει να υπηρετεί με συνέπεια την καλλιτεχνική παρακαταθήκη και το πνεύμα γενναιοδωρίας του σπουδαίου βιολονίστα, μιας από τις τελευταίες μεγάλες μορφές του βιολιού του 20ού αιώνα. Έχει σπουδάσει στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ελβετία και διακρίνεται για την εντυπωσιακή δεξιοτεχνία και τη σπάνια μουσική ευαισθησία του, στοιχεία που συνδέονται με τη μακρά παράδοση της ιταλικής σχολής βιολιού.
Γεννήθηκε το 1994 στη Μασσαλία και ξεκίνησε τις μουσικές του σπουδές με τον Frédéric Ladame και αργότερα με τη Suzanne Gessner και τον Patrice Fontanarosa. Στη συνέχεια έγινε ομόφωνα δεκτός στο Ανώτατο Εθνικό Ωδείο Μουσικής και Χορού του Παρισιού, στην τάξη του Roland Daugareil, αποφοιτώντας με τη διάκριση Premier Prix. Συνέχισε την καλλιτεχνική του κατάρτιση κοντά στον Salvatore Accardo στη Σιένα και την Κρεμόνα και αργότερα στον Renaud Capuçon στη Λωζάνη. Έχει διακριθεί σε πολυάριθμους διεθνείς διαγωνισμούς, αποσπώντας, μεταξύ άλλων, το πρώτο βραβείο στους διαγωνισμούς Ginette Neveu (2007) και Lipizer (2009), καθώς και το Grand Prix του Διεθνούς Διαγωνισμού Isaac Stern στη Σαγκάη (2022).
Η ερμηνευτική του τέχνη έχει αναγνωριστεί από εξέχουσες προσωπικότητες του βιολιού. Ο Glenn Dicterow, εξάρχων της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης, διακρίνει στο παίξιμό του στοιχεία που παραπέμπουν στους μεγάλους δεξιοτέχνες της χρυσής εποχής του βιολιού. Ο Joel Smirnoff υπογραμμίζει τον αυθορμητισμό και τη φρεσκάδα των ερμηνειών του, ο Maxim Vengerov επαινεί τη μοναδική οπερατική προσέγγισή του, ενώ οι Hagai Shaham, Kyoko Takezawa και Jian Wang εξάρουν την πρωτοτυπία, την ειλικρίνεια, τη γενναιοδωρία και τη ζεστασιά της μουσικής του έκφρασης.
Έχει συμπράξει με πολυάριθμες ορχήστρες στη Γαλλία και σε άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Εθνική Ορχήστρα της Ιλ-ντε-Φρανς, οι Φιλαρμονικές Ορχήστρες των Ουραλίων και της Ρουμανίας, η Ορχήστρα της Πάντοβα, η Ορχήστρα Pasdeloup, η Ορχήστρα της Περιοχής του Λίγηρα και οι Συμφωνικές Ορχήστρες της Σαγκάης και του Κάντον. Έχει συνεργαστεί με διακεκριμένους διευθυντές ορχήστρας, όπως οι Jean-Claude Casadesus, Dmitri Liss, David Stern, Lawrence Foster και Bruno Mantovani, και έχει εμφανιστεί σε σημαντικές αίθουσες, όπως η Φιλαρμονική του Παρισιού, η Salle Gaveau, το Théâtre du Châtelet και το Victoria Hall στη Γενεύη. Έχει επίσης προσκληθεί σε σημαντικά φεστιβάλ, όπως το Martha Argerich Festival στο Αμβούργο, το Sommets Musicaux de Gstaad, το Festival de Pâques d’Aix-en-Provence και το Folles Journées, όπου έχει μοιραστεί τη σκηνή με πολυάριθμους καλλιτέχνες, ανάμεσά τους οι Martha Argerich, Vanessa Benelli-Mosell, Pierre-Yves Hodique, Yves Henry, Edgar Moreau, Lucienne Renaudin-Vary και Itamar Golan.
Είναι συνιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Les Étoiles du Classique στο Σαιν-Ζερμαίν-αν-Λαι, με την υποστήριξη προσωπικοτήτων όπως η Martha Argerich και ο Jean-Claude Casadesus. Το φεστιβάλ συγκεντρώνει κάθε χρόνο περισσότερους από 200 νέους καλλιτέχνες, συνεχίζοντας το πνεύμα μετάδοσης της μουσικής γνώσης που χαρακτήριζε τον δάσκαλό του, Ivry Gitlis. Διδάσκει στην École Normale de Musique de Paris Alfred Cortot και παίζει σε αντίγραφο του Stradivarius «Le Tivadar Nachéz» του 1709, κατασκευασμένο από τον Stephan von Baehr. Τον Ιούνιο του 2026 κυκλοφόρησε από τη δισκογραφική Mirare το τρίτο του άλμπουμ, με τίτλο Couleurs des Amériques, μια ηχογράφηση σε ντουέτο με τον Pierre-Yves Hodique.