John Georgiadis

Διεύθυνση Ορχήστρας
Γεννημένος στο Έσσεξ, ο Μαέστρος Γιάννης Γεωργιάδης ξεκίνησε σπουδές βιολιού σε ηλικία έξι ετών και αργότερα φοίτησε στη Royal Academy of Music του Λονδίνου. Διετέλεσε κοντσερτίνο για δύο χρόνια στη City of Birmingham Symphony Orchestra και για έντεκα χρόνια στη London Symphony Orchestra. Με την ιδιότητα του βιολονίστα πραγματοποίησε τακτικές εμφανίσεις ως σολίστ σε αίθουσες συναυλιών και ηχογραφήσεις, ενώ από το 1986 και για τέσσερα χρόνια ήταν το α' βιολί στο «Gabrieli String Quartet», εκπληρώνοντας με αυτό τον τρόπο τη φιλοδοξία μιας ζωής να εξερευνήσει το θαυμαστό ρεπερτόριο των κουαρτέτων εγχόρδων.
Ενώ, σε ηλικία μόλις 26 ετών, κατείχε την πιο περιζήτητη θέση βιολονίστα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτή του α' βιολιού στη London Symphony Orchestra, του παρουσιάστηκε η ιδανική ευκαιρία να πραγματοποιήσει καριέρα διευθυντή ορχήστρας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 έκανε τα πρώτα του βήματα ως Μαέστρος ξεκινώντας πρακτική εκπαίδευση με τη Liverpool Philharmonic Orchestra. Παρ’ όλα αυτά, κινούμενος από την ανάγκη απόκτησης δικής του τεχνικής ως προς τον ήχο και ουσιαστικής κατανόησης των απαιτήσεων που συνδέονται με τη διεύθυνση ορχήστρας, αποφάσισε να παρακολουθήσει ένα απαιτητικό πρόγραμμα σπουδών διάρκειας οκτώ χρόνων πάνω στη διεύθυνση ορχήστρας, υπό τη διεύθυνση του θρυλικού Ρουμάνου Μαέστρου Sergiu Celibidache. Το αποτέλεσμα ήταν μια καριέρα που τον ταξίδεψε στα πέρατα του κόσμου και του επέτρεψε να διευθύνει, ως Φιλοξενούμενος Μαέστρος, πολλές σπουδαίες ορχήστρες.
Η μακροχρόνια σχέση του με τη London Symphony Orchestra απέδωσε συναυλίες και περιοδείες εντός και εκτός συνόρων, καθώς και ηχογραφήσεις, μία εκ των οποίων αναρριχήθηκε στην κορυφή των charts με τις περισσότερες πωλήσεις. Κάθε χρόνο διευθύνει τις πρωτοχρονιάτικες συναυλίες με τη London Symphony Orchestra, τη BBC Concert Orchestra, τη London Philharmonic Orchestra και τη Royal Philharmonic Orchestra, αρχικά στο Royal Albert Hall και τώρα στο Barbican Center. Οι περιοδείες του στο εξωτερικό με την ιδιότητα του Διευθυντή Ορχήστρας περιλαμβάνουν ένα εξωτικό ταξίδι στο Ομάν, όπου, τόσο ο ίδιος όσο και η London Symphony Orchestra, έλαβαν πρόσκληση από το Σουλτάνο.
Είναι Μουσικός Διευθυντής και Μαέστρος της London Virtuosi Chamber Orchestra που ιδρύθηκε το 1972 αρχικά ως London Virtuosi Chamber Ensemble, με την οποία έχει πραγματοποιήσει πολλές εμφανίσεις και περιοδείες ανά τον κόσμο. Εξοικειωμένος με το μεγαλύτερο μέρος του ρεπερτορίου συμφωνικής μουσικής κι έχοντας εκτελέσει πλειάδα μουσικών έργων, έχει ειδικευθεί στη βιεννέζικη μουσική και είναι επίτιμο μέλος της «Johann Strauss Society» της Μεγάλης Βρετανίας.
Η πολυδιάστατη καριέρα του περιλαμβάνει θέσεις Μουσικού Διευθυντή και σε άλλα μουσικά σύνολα ανάλογα προς τη London Virtuosi Chamber Orchestra, συγκεκριμένα στη Bristol Sinfonia, καθώς και συνεργασίες με πολλές ορχήστρες νέων. Το ενδιαφέρον του για τους νέους ανθρώπους αντανακλάται στο γεγονός ότι διετέλεσε επίσης Διευθυντής Ορχηστρικών Σπουδών στη Royal Academy of Music του Λονδίνου, καθώς και Διευθυντής Ορχήστρας της Essex Youth Orchestra για περισσότερα από δέκα χρόνια. Συμπράττει επίσης τακτικά ως Φιλοξενούμενος Μαέστρος με τη Malaysian Philharmonic Orchestra, στην οργάνωση της οποίας συνέβαλε και ο ίδιος όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ταξίδεψε ανά τον κόσμο παρακολουθώντας εμφανίσεις των κατά τόπους μουσικών συνόλων.
Από το 1994 έως το 1996 υπήρξε Μουσικός Διευθυντής της Bangkok Symphony Orchestra και κατόρθωσε -χρησιμοποιώντας την εμπειρία του ως αναγνωρισμένου Διευθυντή Ορχήστρας- να μεταμορφώσει την Ορχήστρα αυτή, από ερασιτεχνικό συγκρότημα σε μουσικό σύνολο διεθνών προδιαγραφών. Το 1996 η Ορχήστρα έλαβε πρόσκληση από το βασιλιά Sihanouk της Καμπότζης να εμφανιστεί στην Πνομ Πενχ. Επρόκειτο για την πρώτη πολιτιστική επίσκεψη τέτοιου είδους μεταξύ των δύο χωρών της περιοχής.
Ο Γιάννης Γεωργιάδης έχει επιδείξει ζωηρό ενδιαφέρον για τη διασκευή και την ενορχήστρωση μουσικών έργων, περιλαμβανομένης της μουσικής Ταϊλανδών συνθετών. Στη Μεγάλη Βρετανία παρουσιάζονται επίσης συχνά διασκευές του σε σπάνια, καθώς και σε γνωστά έργα της βιεννέζικης μουσικής.
Το 2010 σηματοδότησε το τέλος της καριέρας του ως βιολονίστα, γεγονός που του έδωσε τη δυνατότητα να επικεντρωθεί αποκλειστικά στη σταδιοδρομία του ως Διευθυντή Ορχήστρας.