Badi Assad

Κιθάρα
Με την παγκόσμια κυκλοφορία του Chameleon από την Polygram, η Badi Assad αναδύεται ως μια σημαντική νέα φωνή. Η Badi υπερβαίνει τα παραδοσιακά στυλ της μουσικής της γενέτειράς της, της Βραζιλίας, με ένα εξωτικό μείγμα ήχων ethnic από όλον τον κόσμο. Σαν αποτέλεσμα, η εκπληκτική αυτή τραγουδίστρια, κιθαρίστας και μουσικός κρουστών σφυρηλατεί μια απολαυστική μουσική τεχνοτροπία η οποία καθιστά στην κυριολεξία αδύνατο να την κατατάξει κανείς σε κάποια συγκεκριμένη μουσική κατηγορία. Ως τραγουδίστρια δονείται και ηλεκτρίζει, απαντώντας στα εσώτερα πάθη της μέσω της δημιουργικότητάς της. Σαν κιθαρίστας, έχει μαγέψει κοινό και κριτικούς ολόκληρου του κόσμου χάρη στο μοναδικό συνδυασμό τεχνικής αρτιότητας και καινοτομίας που οδήγησε πολλούς να αναθεωρήσουν όσα πίστευαν σχετικά με το μουσικό αυτό όργανο. Μέσα από όλ' αυτά, το περιπετειώδες πνεύμα και η αλέγρα προσωπικότητα της έγιναν μέρος της μουσικής της. Γεννήθηκε στη μικρή πόλη του Sao Joao da Boa Vista, στο Σάο Πάολο. Όταν ήταν ακόμη πολύ μικρή, βρέθηκε στο Ρϊο ντε Τζανέιρο όπου όλη η οικογένειά της μετακόμισε για να στηρίξει και να αναπτύξει το ταλέντο των αδελφών της, Sergio και Odair, των περίφημων κλασικών κιθαριστών. Η παρακολούθηση της μουσικής προόδου των αδελφών είχε κάποια επίδραση στην ίδια. Μπήκε στον κόσμο της μουσικής μετά από παρότρυνση της μητέρας της. "Άρχισα να μαθαίνω πιάνο όταν ήμουν οχτώ χρονών. Όμως οι οικονομικές μας δυνατότητες μου επέτρεπαν μόνο να έχω ένα μικρό συνθεσάιζερ της Yamaha φτιαγμένο για παιδιά. Σ' αυτό έκανα εξάσκηση έως ότου το πληκτρολόγιο έγινε πολύ μικρό για τα χέρια μου". Ξεκίνησε να σπουδάζει κιθάρα σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών. Όταν τα μεγαλύτερα αδέλφια της άφησαν το πατρικό σπίτι για να ξεκινήσουν τη διεθνή τους καριέρα, ξεκίνησε να συνοδεύει τον πατέρα της που έπαιζε μπαντολίν. Σύντομα δεν άφηνε πια την κιθάρα και ο πατέρας της, που είχε ήδη αντιληφθεί το ταλέντο της, την οδήγησε να σπουδάσει μουσική στο Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο. Το 1984, κέρδισε το Διαγωνισμό Νέων Μουσικών και ήταν πια έτοιμη να αναπτύξει τη δική της δημιουργική πορεία. Το 1987, ανακηρύχθηκε Καλύτερη Κιθαρίστας της Βραζιλίας στο Διεθνές Φεστιβάλ του Villa Lobos. Ένα χρόνο αργότερα, ηχογράφησε το πρώτο της σόλο άλμπουμ, με τίτλο Dança dos Tons, που κυκλοφόρησε μόνο στη Βραζιλία. Τον επόμενο χρόνο συνέθεσε το Antagonismus, μια σόλο δουλειά όπου βρίσκονταν συνδυασμένα τα ταλέντα της στο τραγούδι, την κιθάρα και το χορό. Επικεντρώθηκε στα μεστά φωνητικά της ταλέντα όταν επιλέχθηκε ανάμεσα σε διακόσιες γυναίκες να είναι η μια από τις δυο τραγουδίστριες στα φωνητικά του θεατρικού έργου Muheres de Hollanda. Το θεατρικό κολέγιο τραγουδιών του Βραζιλιάνου συνθέτη Chico Buarque έδινε παραστάσεις πέντε μέρες την εβδομάδα, ενώ συγκέντρωνε εγκωμιαστικά σχόλια για το ανερχόμενο άστρο της Assad. Με νέα αυτοπεποίθηση άρχισε να πειραματίζεται ακόμη περισσότερο με τη φωνή της. Τα κρουστά με το στόμα (mouth percussion) και τα ρυθμικά κρουστά με το σώμα (rhythmic body percussion) έγιναν μέρος αυτής της αναζήτησης. Τα στοιχεία αυτά συνδυάστηκαν διαισθητικά με την ήδη εντυπωσιακή της προσέγγιση της κιθάρας, δημιουργώντας έτσι συναρπαστικούς νέους ήχους που ήλθαν να συμπληρώσουν το όραμά της ως μουσικού και ερμηνεύτριας. Ακριβώς τη στιγμή που ο καινοτόμος προσανατολισμός της είχε αρχίσει να διαφαίνεται, άρχισαν να παρουσιάζονται και οι ευκαιρίες. Με το 1984 ξεκίνησε και η συνεργασία της με την ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία Chesky Records. Το πρώτο της άλμπουμ, με τίτλο Solo, την έφερε στο προσκήνιο ως σημαντική δύναμη στον κόσμο της κιθάρας. Η διεθνής φήμη της μεγάλωσε με την κυκλοφορία του δεύτερου άλμπουμ της, με τον τίτλο Rhythms, το 1995. Πράγματι, το άλμπουμ Rhythms συγκέντρωσε τόσο εγκωμιαστικές κριτικές που χρίστηκε Καλύτερο Κλασσικό Άλμπουμ της Χρονιάς (οι συντάκτες του περιοδικού Guitar Player διόρθωσαν τη διατύπωση: Δεν πρόκειται για κλασσικό άλμπουμ αλλά μουσική παιγμένη σε κλασσική κιθάρα…το οποίο είναι σχεδόν το ίδιο!). Εκλέχτηκε επίσης ως η Καλύτερη Ακουστική Δεξιοτέχνης Κιθαρίστας από τους συντάκτες του περιοδικού Guitar Player.
Η Badi Assad ολοκλήρωσε το συμβόλαιο συνεργασίας της με την Chesky ηχογραφώντας το 1996 την όμορφη ανθολογία έργων Βραζιλιάνων συνθετών κιθάρας με τον πολύ ταιριαστό τίτλο Echoes of Brazil. Το 1997 υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο με τη θυγατρική της Polygram, Music. Το αποτέλεσμα ήταν οι φιλόδοξοι εθνοπόπ ηχητικοί δρόμοι του Chameleon που συνάντησαν τις επευφημίες της κριτικής. Ο γεμάτος ενέργεια σκοπός του Chameleon συνδέεται με πλήθος πολιτισμών. Η εκπληκτική της εμφάνιση σε νυχτερινή τηλεοπτική εκπομπή του γαλλικού Canal+ παρακολουθήθηκε από περισσότερους από δύο εκατομμύρια τηλεθεατές, αφήνοντας τον οικοδεσπότη άφωνο και το κοινό που βρισκόταν στο στούντιο έκθαμβο. Τον Ιούλιο του 1999, συμμετείχε στα πλέον γνωστά θερινά ευρωπαϊκά φεστιβάλ, μοιραζόμενη τη σκηνή με καλλιτέχνες όπως oι Cassandra Wilson, Joe Cocker, Maria Joao και τους συμπατριώτες της Chico Cesar, Marisa Monte και Gilberto Gil.