Μια "αταίριαστη" σύμπραξη - Ο Django Bates και η Britten Sinfonia στο Μέγαρο Μουσικής.

Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, μουσικολόγου.

Είναι κοινώς αποδεκτό από τους ασχολούμενους με τη μουσική παραγωγή και όχι μόνο, το γεγονός ότι η μουσική βιομηχανία και κυρίως οι δισκογραφικές εταιρίες ελέγχουν και ποδηγετούν τα σύγχρονα μοντέρνα ρεύματα. Η "ποπ", η "ροκ", η "τζαζ", αλλά και η "λαϊκή" λεγόμενη μουσική βρίσκουν τις αισθητικές τους κατευθύνσεις στα γραφεία των καλλιτεχνικών μάνατζερ. Στον ακήρυχτο πόλεμο που καθημερινά εξελίσσεται για τη μεγιστοποίηση των κερδών από τις πωλήσεις των δίσκων τους, οι εταιρίες παραγωγής καταφεύγουν σε διάφορες ευρηματικές τακτικές και τεχνάσματα που ως στόχο έχουν την προσέλκυση του ακροατηρίου.
Μία προσφιλής τακτική, η οποία εφαρμόζεται στο χώρο της δισκογραφικής παραγωγής και η οποία αποδεικνύεται εξαιρετικά επικερδής, είναι η εμπλοκή φαινομενικά αντίθετων καλλιτεχνών σε κοινή δημιουργία. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίρροπης σύμπραξης, είναι κάποτε ομολογουμένως ποιοτικό. Όμως, ο κίνδυνος που υπάρχει σε αυτούς τους πειραματισμούς είναι επίσης υπαρκτός. Η τελική εικόνα του μουσικού "προϊόντος", μπορεί πολύ εύκολα να εξελιχθεί σε μία ανούσια τυμπανοκρουσία φτηνού εντυπωσιασμού. Το απευκταίο αυτό σενάριο δυστυχώς διαμορφώνει τις περισσότερες φορές μία εκφυλισμένη ακουστική πραγματικότητα που προσβάλλει τη νοημοσύνη και την αισθητική κάθε φιλότεχνου.
Η συναυλία που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής την Τρίτη 28 Ιανουαρίου θεματικά ανήκε σε μία τέτοια ετερόκλητη σύμπραξη. Ήταν μία αισθητική συνδιαλλαγή, ένα πέρασμα από την ορχηστρική μουσική που ιστορικά εξελίσσεται από το Μπαρόκ και η οποία διέρχεται από την ελεύθερη τζαζ, την ποπ, την αβανταδόρικη κινηματογραφική μουσική και τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό με τη χρήση ηλεκτρονικών οργάνων και διατάξεων παραγωγής και παραμόρφωσης του ήχου.

Django Bates & Britten Sinfonia
Ο Django Bates συγκαταλέγεται μεταξύ των πρωτεργατών της αναγέννησης της βρετανικής τζαζ. Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα επεκτείνεται και σε τομείς όπως η σύνθεση και η διασκευή.
Από την άλλη, η Britten Sinfonia είναι ένα αξιοπρόσεκτο ορχηστρικό σύνολο που στη δεκαετή του πορεία αρέσκεται να επιδίδεται σε συνεργασίες αναζητώντας μιας διαφορετική οδό πρωτοπορίας. Κατεξοχήν στόχος του συνόλου εξακολουθεί να είναι η κατάκτηση του νεανικού κοινού, μέσω ποιοτικών εκτελέσεων διευρυμένου ρεπερτορίου.
Το πρόγραμμα της παρουσίασης περιλάμβανε μία ποικιλία έξυπνα τοποθετημένων συνθέσεων που ωστόσο δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους. Τι σχέση εξάλλου θα μπορούσε να έχει το κοντσέρτο για βιολί σε σολ του Μπαχ με το μουσικό θέμα του Blade Runner; Ή ποια νοηματική και αισθητική σύμπτωση μπορεί να υπάρχει μεταξύ του ’αρον Κοπλαντ με τους πειραματισμούς του Bates;
Ειρωνικός και καυστικός ο Bates σίγουρα σόκαρε και προκάλεσε τους ανυποψίαστους που βρέθηκαν ως ακροατές της συναυλίας του. Διακωμωδώντας με χιούμορ αλλά και σαρκασμό τη σοβαροφάνεια και το συντηρητισμό, οι εκκεντρικοί του ηχητικοί πειραματισμοί πετυχαίνουν το στόχο τους. Αμφισβητούν χωρίς όμως να είναι σε θέση να απομυθοποιήσουν το αντικείμενο του σαρκασμού τους.
Το έντονα προσωπικό στίγμα των αυτοσχεδιασμών του Bates δεν κατάφερε να προωθήσει ενεργά και ουσιαστικά, μία σαφή προοπτική. Το Tentle Moments που ακούστηκε αρχικά επιβεβαίωσε τη διαπίστωσή μας αυτή. Οι παράξενοι δρόμοι της απέχθειας σε κάθε τι δεδομένο, η αναζήτηση του τυχαίου, του παράξενου και εξεζητημένου μπορεί να αποτελεί και είναι μία διαφυγή από συντηρητικά πρότυπα. Όμως η ευτέλεια της δομής και της ηχητικής εικόνας ενίοτε προκαλούν τα αντίστροφα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Η αμφισβήτηση αυτή τη φορά δικαιολογημένα στρέφεται στο δημιουργό και το έργο του. Στην ανυπαρξία πνοής, την αδυναμία άρθρωσης και δομής που στρέφεται αναγκαστικά στην υιοθεσία εικόνων που τοποθετούνται συνειρμικά και άκομψα μέσω κολάζ και άλλων παραπομπών, οι οποίες όμως τις περισσότερες φορές έχουν περιορισμένη μόνο αξία.
Η παρουσία του Bates στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής παρά τις ενστάσεις που διατυπώσαμε για την αισθητική βαρύτητα της μουσικής του δημιουργίας είχε και κάτι θετικό το οποίο δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε. Έφερε κοντά το κοινό της Θεσσαλονίκης με μία μη οικεία για τους περισσότερους μουσική πραγματικότητα. Μια πρωτοπορία που αμφιταλαντεύεται μεταξύ μιας αμφιλεγόμενης πρωτοτυπίας και τυχοδιωκτισμού.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 10 Φεβρουαρίου 2003