Πρωτοπορία και Γερμανική παράδοση

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Αμβούργου στο Μέγαρο Μουσικής.

Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, μουσικολόγου.

Στους κοντά δύο αιώνες συνεχούς παρουσίας που καταμετρά η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Αμβούργου, έχει καταφέρει να εδραιώσει τη φήμη ενός πολύ καλού ορχηστρικού συνόλου. Όμως αυτή η φήμη είναι σίγουρο πως δεν οφείλεται μόνο στις αρετές του συμπαγούς και εκλεπτυσμένου ήχου της. Η ηχητική της εικόνα εξάλλου, εύκολα θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ανατρέχοντας απλά στη μεγάλη μουσική παράδοση του γερμανόφωνου χώρου και ιδιαίτερα της συμφωνικής μουσικής, όπου ούτως ή άλλως, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το ίδιο το σύνολο. Η ταυτότητα και ο χαρακτήρας της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Αμβούργου πρέπει κυρίως να αναζητηθούν στις πολλαπλές δραστηριότητες της. Μέσα από τις πρωτοπόρες εκτελέσεις συγχρόνων έργων, τις ενδιαφέρουσες συμπράξεις, την υποστήριξη του οπερατικού δρωμένου και τους ανανεωμένους μουσικά θεματικούς στόχους της, αλλά και μέσα από τη γενικότερη ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα που αποπνέεται κατά την ακρόαση κάθε συναυλίας της, η Φιλαρμονική του Αμβούργου καταφέρνει κάθε φορά να αποδεικνύει ότι αποτελεί ένα ζωντανό και αεικίνητο μουσικό κύτταρο. Ένα ορχηστρικό οργανισμό που μπορεί από τη μια να βασίζεται στην ισχυρή παράδοση του παρελθόντος, μπορεί όμως ταυτόχρονα από την άλλη να κοιτά αισιόδοξα και ποιοτικά το μέλλον αφουγκραζόμενο τις ανάγκες του σύγχρονου ακροατή.
Η ακρόαση του σημαντικού αυτού συνόλου στη μία και μοναδική συναυλία που αυτό έδωσε στις 9 Φεβρουαρίου, οφείλεται χάρη στην πρόσκληση που του απηύθυνε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, εντάσσοντας την εμφάνισή του στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα της τρέχουσας περιόδου.
Το πρόγραμμα που επιλέχθηκε για την εμφάνιση χαρακτηρίζεται και αυτό επίσης ενδιαφέρον, αφού διατήρησε μία θαυμαστή ισορροπία μεταξύ κλασικού και συγχρόνου στυλ, μεταξύ παράδοσης και πρωτοπορίας, αναδεικνύοντας παράλληλα τις εκφραστικές ικανότητες του συνόλου και τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται με την ίδια επιτυχία σε διαφορετικές και καθόλου όμοιες γραφές.

"Lontano" του Λίγκετι
Το πρόγραμμα άνοιξε το "Lontano" του Γκιόργκυ Λίγκετι. Γραμμένο μόλις το 1967 και σε συγγενική υφή με τις "Ατμόσφαιρες", αποκρυσταλλώνει τις ιδέες και τεχνικές του Ούγγρου συνθέτη σχετικά με τη χρήση των μικροδιαστημάτων που εντάσσονται σε ευρύτερους αρμονικούς σχηματισμούς και εμπλέκονται πολυφωνικά με απώτερο στόχο τη δημιουργία συνεχούς ηχητικής ροής. Στην δημιουργία της απόκοσμης ατμοσφαιρικά εικόνας, συμβάλλει η υιοθέτηση χαμηλής έντασης δυναμικών, που ποδηγετούν την πλήρη ανάπτυξη μιας αιθέριας πολυφωνικής ύφανσης. Το έργο αποτελεί απόληξη της προσωπικής αναζήτησης του συνθέτη για την εύρεση νέων εκφραστικών μέσων και τεχνικών ιδιωματισμών που να ξεφεύγουν επιδέξια από κυρίαρχα μουσικά ρεύματα της εποχής του. Η απόδοση “Lontano” υπήρξε ιδιαίτερα προσεγμένη στις λεπτομέρειές της και οφείλεται σε μεγάλο μέρος στην καθοδήγηση του Ingo Metzmacher που διείσδυσε διορατικά και με επιτυχία στις αισθητικές του απαιτήσεις.

Γιώργος Λαζαρίδης

Στο κοντσέρτο για πιάνο αρ.9 σε μί ύφεση μείζονα του Μότσαρτ που ακολούθησε, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε τον νέο Θεσσαλονικιό και ιδιαίτερα προικισμένο πιανίστα κ. Γιώργο Λαζαρίδη. Η ερμηνεία του χάρισε στο φιλόμουσο ακροατήριο μία καταπληκτική εκδοχή στο πρώτο, γρήγορο μέρος του έργου, βασισμένη στις κυρίαρχες πεποιθήσεις για την αισθητική απόδοση των πιανιστικών μερών του Αυστριακού συνθέτη. Παρά το γεγονός ότι ο μάλλον υπερβολικός λυρισμός που επιδείχθηκε στο δεύτερο μέρος και η εντελώς τετραγωνισμένη ταχύτητα του presto, σκίασαν τη συνολική ερμηνευτική εικόνα, ο κ. Λαζαρίδης επέδειξε την άρτια τεχνική του κατάρτιση με συγκράτηση και σοβαρότητα, θέτοντας τις βάσεις για μια μελλοντική φερέλπιδα πορεία άποψης και καλλιτεχνικής ωριμότητας.
Το πρόγραμμα έκλεισε με το κοντσέρτο για ορχήστρα του Μπέλα Μπάρτοκ. Το έργο, που είναι το τελευταίο του συνθέτη, γράφτηκε στην Αμερική το 1943 λίγο πριν το θάνατό του. Χρησιμοποιεί τον κοινό αυτό τίτλο κυρίως ως παραπομπή για την έντονα δεξιοτεχνική χρήση των οργάνων, που εναλλάσσουν σολιστικούς ρόλους. Χαρακτηρίζεται από έντονα και αξιοπρόσεκτα υφολογικά στοιχεία όπου η λαϊκή παράδοση έχει τη αναφορική της θέση δίπλα στα νεοκλασικά στοιχεία, στον εκστατικό ρυθμό του τέλους, στην εξομολογητική διάθεση του τετάρτου μέρους. Όλα αυτά τα στοιχεία μοτιβικά και ρυθμικά αναδείχθηκαν από την ορχήστρα με τρόπο σαφή και καθαρό τονίζοντας την αδιαίρετη σχέση μεταξύ γραφής και εκτέλεσης, μεταξύ δημιουργού και εκτελεστή.

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 24 Φεβρουαρίου 2003