Ακροβατώντας στον έρωτα και στη λογική.
Επιτυχής πρεμιέρα της όπερας "Πουριτανοί" στο Μέγαρο Μουσικής.
Κριτική: ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Μετά τη Βιολέτα, την Κάρμεν, τη Σαντούτσα, τη Λουτσία και την Τουραντότ, ήταν η
σειρά της Ελβίρας των "Πουριτανών" να επιβεβαιώσει το επιμελημένο επίπεδο των
οπερατικών παραγωγών του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης και μαζί τη δυναμική
αλλαγή που έχει συντελεστεί κατά τα τελευταία χρόνια, στο καλλιτεχνικό τοπίο της
πόλης μας. Μία υπαρκτή, νέα μουσική πραγματικότητα έχει πλέον διαμορφωθεί, με
σημαντικές θετικές αλληλεπιδράσεις στην παρουσία της τέχνης και της μουσικής
ειδικότερα, στη ζωή της πόλης και στην καθημερινότητα του απλού και όχι μόνο του
ταγμένου φιλόμουσα, πολίτη. Στο νέο αυτό περιβάλλον, όπου εντοπίζεται η
καθοριστική συνεισφορά του Μεγάρου Μουσικής, ο θεματικός πλουραλισμός, οι
πολυποίκιλες συναυλίες και οι απαιτητικές παρουσιάσεις, έχουν βρει μία φιλόξενη
και καλά οργανωμένη εστία, διαμορφώνοντας παράλληλα σταδιακά το απλό κοινό, σε
ένα εν δυνάμει ακροατήριο με άποψη, γνώση αλλά και με τη δυνατότητα για κάθε
είδους συγκρίσεις.
Ένας πόλεμος και ένας έρωτας
Η εμφυλιοπολεμική ατμόσφαιρα της Αγγλίας του 17ου αιώνα, με τους
κοινοβουλευτικούς Πουριτανούς να αντιμάχονται τους φιλομοναρχικούς Στιούαρτ,
αποτελεί το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται η υπόθεση της όπερας
του Μπελίνι. Ένας πόλεμος που ξεπερνά το χώρο και τον χρόνο, στην σκηνογραφική
οπτική του Orlandi και προβάλλεται ευφυώς στο εγγύτερο παρελθόν του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι όμως τελικά ο ίδιος, άπελπις, όσο και απάνθρωπος
πόλεμος όπου η εξαθλίωση των χαρακωμάτων συναντά την απαξίωση της ανθρώπινης
ύπαρξης στη σκιά του θανάτου και μπροστά από ένα βλακώδη και ανερμάτιστο
ιδεολογικά, ηρωισμό.
Στην όπερα αυτή του Μπελίνι, η οποία παρουσιάζεται σε πρώτη εκτέλεση στην
πατρίδα μας, η επίδραση της μοίρας στους πρωταγωνιστές, συμπλέκεται σ’ ένα
εκρηκτικό μίγμα με ίντριγκες, έρωτες και την παράνοια της ηρωίδας. Η σκηνοθετική
προοπτική του Lorenzo Mariani ακολούθησε πιστά τη διάπλαση του πρωτογενούς
υλικού, χρησιμοποιώντας πετυχημένα έντονους σκηνικούς συμβολισμούς και τη δύναμη
του φωτός. Οι συναισθηματικές μεταπτώσεις ακολούθησαν την πορεία του έργου, με
τις μεγάλες επικές σκηνές, τα εκτεταμένα χορωδιακά και τον πλατύ, ιταλικής
προέλευσης, μελωδισμό.
Το άστρο της Ελβίρας
Η αναμφισβήτητη πρωταγωνίστρια της βραδιάς, η υψίφωνος Elena Mosuc, βρέθηκε σε
μεγάλες στιγμές ερμηνείας. Την παρακολουθήσαμε προσεκτικά να περνά από την
ευτυχία στην αγωνία και από κει στην κατάρρευση και μας κέρδισε. Το δραματικό
και παροιμιώδες παραλήρημα της Ελβίρας, κάλυψε πλήρως και τα πλέον απαιτητικά
κριτήρια, αποδεικνύοντας τις υποκριτικές ικανότητες της Ρουμάνας σοπράνο. Μαζί
μ’ αυτές ξεδιπλώθηκε η αστείρευτη και βελούδινη φωνή της που χρησιμοποιώντας
τελειοθηρικά μια εκπληκτική τεχνική δικαίωσε τις μελωδικές προθέσεις του έργου
μετουσιώνοντας παράλληλα με λυρισμό και ευαισθησία την εγγενή μελαγχολική του
διάθεση. Με πλήρη αυτοέλεγχο, με άνεση, χωρίς ακκισμούς και υπερβολές ακόμη και
όταν έπρεπε να ισορροπήσει ακροβατικά στα όρια της φωνητικής δεξιοτεχνίας, η
Mosuc δικαίως μετατράπηκε στα μάτια των ακροατών από πρωταγωνίστρια, σε μία
πρώτου μεγέθους ντίβα.
Η διανομή
Πειστικός υπήρξε ο συμπρωταγωνιστής της Ελβίρας, ο ασταθής Αρτούρο, τον οποίο
υποδύθηκε με αυτοπεποίθηση ο τενόρος Juan Carlos Valls. Στάθηκε ικανοποιητικά
δίπλα στη Μosuc τόσο ως εραστής και στρατιώτης όσο και ως μετανιωμένος προδότης
και σε κάθε περίπτωση χρωμάτισε τον ρόλο του ανταποκρινόμενος στις φωνητικές
απαιτήσεις ακόμη και των πλέον δυσπρόσιτων περιοχών.
Ειδική εύφημος μνεία πρέπει να αποδοθεί στον έτερο διεκδικητή της Ελβίρας, στον
στρατιωτικό Ρικάρντο, ρόλο τον οποίο μετέφερε σκηνικά ο βαρύτονος Δημήτρης
Τηλιακός. Με παράστημα, υποκριτική ικανότητα, φωνητική άνεση και σθένος ο κ.
Τηλιακός δικαιολογημένα κέρδισε θετικότατες εντυπώσεις. Πολύ καλή υπήρξε επίσης
στη σύντομη παρουσία της η μέτζο Ειρήνη Καράγιαννη.
Το πρωταγωνιστικό φωνητικό καστ υποστηρίχθηκε επαρκώς από τη γνώριμη υφολογικά
παρουσία των μελών της Χορωδίας Θεσσαλονίκης η οποία κατακτά μέσα από τις
πετυχημένες συνεργασίες της στις οπερατικές παραγωγές του Μεγάρου την καταξίωση
της, πέρα από τα όρια μιας συμβατικής χορωδίας.
Η ορχήστρα
Η Συμφωνική Όρχηστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης, παρά τις ενισχυμένες επιλογές των
δυναμικών, υπήρξε πολύτιμη θεραπαινίδα στο ανέβασμα της παράστασης,
ανταποκρινόμενη γενικότερα θετικά στις εκτεταμένες απαιτήσεις που η μουσική
γραφή έθετε, κυρίως στα μέρη των χάλκινων. Η μπαγκέτα του Guiliano Carella,
έμπειρη και σίγουρη, είχε την ευθύνη της γενικότερης καθοδήγησης που ακολούθησε
συγκροτημένα τα πλαίσια της ιταλικής παράδοσης..
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 6 Φεβρουαρίου 2006