Φήμη και Παράδοση
Η παιδική χορωδία της Βιέννης στο
Μέγαρο Μουσικής.
Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ μουσικολόγου.
Η παιδική Χορωδία της Βιέννης είναι σίγουρο ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερες
συστάσεις. Η φήμη που τη συνοδεύει απλώνεται διεθνώς, τόσο λόγω της μακρόχρονης
και συνεπούς παρουσίας της, όσο και λόγω των ιδιαίτερα επιμελημένων εμφανίσεών
της.
Κλιμάκιο αυτής της ιστορικής χορωδίας φιλοξένησε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης
σε μια και μοναδική συναυλία, το Σάββατο 14 Δεκεμβρίου, με επίκαιρα εορταστικό
πρόγραμμα. Το φιλόμουσο κοινό τίμησε με την ένθερμη παρουσία του τους μικρούς
φιλοξενούμενους καλλιτέχνες και κατέκλυσε την αίθουσα συναυλιών του Μεγάρου.
Το πρόγραμμα διαρθρώθηκε σε δύο μέρη και περιλάμβανε στο μεγαλύτερο μέρος του
αφενός τραγούδια προσαρμοσμένα σε χορωδιακή γραφή που απηχούσαν το βιεννέζικο
ρομαντισμό και αφετέρου κάλαντα από διάφορες μουσικές λαϊκές παραδόσεις.
Είναι αλήθεια ότι η Χορωδία των Αγοριών της Βιέννης εξ ορισμού έθετε κάποτε η
ίδια στη χορωδιακή μουσική, τους ποιοτικούς εκείνους στόχους τόσο στο
εκτελούμενο κάθε φορά ρεπερτόριό της, όσο και το κυριότερο, στον ιδιαίτερο τρόπο
της ερμηνείας της, αποτελώντας ένα πρότυπο παιδικό χορωδιακό σύνολο αναφοράς. Η
εμφάνισή της στο Μέγαρο Μουσικής μας έδειξε με τον πιο εμφανή τρόπο πώς μπορεί
ένα σύνολο να εξαργυρώνει τη φήμη των ιστορικών προκατόχων του έχοντας όμως το
ίδιο εισέλθει σε μία περίοδο ποιοτικής έκπτωσης. Η παραπάνω πρόταση ενισχύεται
από την οποιαδήποτε σύγκριση με την εξαιρετική και εξίσου ιστορική παιδική
Χορωδία του King’s College την οποία είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε στην πρώτη
καλλιτεχνική περίοδο λειτουργίας του Μεγάρου Μουσικής.
Το πρόγραμμα
Στο πρόγραμμα του σχετικά ολιγομελούς συνόλου, την πολύ σημαντική, για την
χορωδιακή πράξη, περίοδο της αναγέννησης αντιπροσώπευσαν δύο μοτέτα των Gallus
και Victoria, τα οποία όμως σε καμία περίπτωση δε μπορούν να χαρακτηριστούν τόσο
από πλευράς τεχνικής δυσκολίας αλλά και λόγω αντιστικτικής πλοκής ως ιδιαίτερα
δείγματα της παλεστρινικής πολυφωνίας, ενώ η επιλογή τους δεν συνεπικουρούσε
στην επίδειξη ενός ενδεχομένως υψηλού επιπέδου τεχνικής κατάρτισης των μελών της
χορωδίας.
Θετική εντύπωση προκάλεσε η χαρακτηριστική αβρότητα με την οποία προσεγγίστηκαν
ερμηνευτικά τα έντεχνα ρομαντικά τραγούδια Βιεννέζων συνθετών αλλά και οι
διασκευές που σε αυτά έγιναν προκειμένου να προσαρμοστούν στις ανάγκες της
παιδικής χορωδιακής γραφής, θέτοντας όμως ευθέως ερωτήματα για την αισθητική και
λειτουργική σκοπιμότητα αυτής της προσαρμογής. Σε κάθε περίπτωση η ερμηνεία του
συνόλου απέπνεε με πειστικότητα τον ίδιο το χαρακτήρα του. Φωνές και
καλλιτεχνική νοοτροπία με εξελίξιμη, θετική προοπτική που ένα αξιοπρόσεκτο
σύστημα μουσικής εκπαίδευσης προσπαθεί να εκμεταλλευτεί αλλά και να επιβάλλει.
Το ανάλαφρο και εορταστικό χρώμα της βραδιάς επιβεβαιώθηκε με τα κάλαντα που
τραγουδήθηκαν στη συνέχεια και τα οποία είναι περισσότερο ή λιγότερο γνωστά και
αγαπητά. Ενδιαφέρον θα παρουσίαζε και η ερμηνεία κάποιου πολυφωνικού δείγματος
από την ελληνική παράδοση η οποία όμως βρισκόταν εκτός του προγράμματος.
Τα καθ’ ημάς.
Μετά την ακρόαση της Παιδικής Χορωδίας της Βιέννης δεν μπορούμε παρά να
αποτιμήσουμε αλλά και να εκτιμήσουμε εν συντομία την δική μας χορωδιακή και
εκπαιδευτική πραγματικότητα. Σύνολα όπως αυτό της Παιδικής Χορωδίας Αγίας
Τριάδος, της Χορωδίας του Μουσικού Σχολείου Θεσσαλονίκης και της Παιδικής
Χορωδίας Πολυγύρου είναι κάποια μόνο από αυτά που συνεχίζουν με σοβαρότητα και
σεμνότητα να υπηρετούν τη χορωδιακή πρακτική παρά τις πολλές αντικειμενικές
δυσκολίες και να θέτουν στόχους και οραματισμούς που μπορούν να εκπληρώνονται με
αξιοπρέπεια σ’ ένα ευρύτερο και εκτός της πατρίδας μας σκηνικό.
Από την άλλη, οι καθ’ εαυτού καλλιτεχνικές μουσικές σπουδές, στα εποπτευόμενα
από το υπουργείο Πολιτισμού ιδρύματα, οι οποίες είναι αυτές που μπορούν από την
πρώτη παιδική ηλικία να θέσουν τις βάσεις της τεχνικής και αισθητικής διάπλασης
των μελλοντικών μουσικών και φιλόμουσων, συνεχίζουν να ταλανίζονται από ένα
ευρύτερο ιδεολογικό έλλειμμα που θεσμικά επιβάλλει με πνεύμα πολιτιστικής
υποτέλειας τη στείρα αντιγραφή ξένων δομών εκπαίδευσης, και την αποδοχή
αντιλήψεων που έχουν ήδη ξεπεραστεί ακόμη και στις χώρες προέλευσής τους.
Ελπίζουμε και ευχόμαστε την πολιτική εκείνη τομή και την πολιτειακή φροντίδα η
οποία θα θέσει τους σχεδιασμούς και τις απαραίτητες δομές ώστε τόσο η χορωδιακή
πράξη όσο και η μουσική εκπαίδευση που αναφέρεται ιδίως στην κρίσιμη παιδική
ηλικία να βρεθούν κάτω από τη σκέπη εμπνευσμένων και μακρόπνοων θεσμών.
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 22 Δεκεμβρίου 2002