"Ερμηνεία και Γερμανική παράδοση"
Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Δρέσδης στο Μέγαρο Μουσικής.

Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Ένα σημαντικό διήμερο για τη λόγια, "κλασική", δυτική μουσική, είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν οι φιλόμουσοι Θεσσαλονικείς στο Μέγαρο Μουσικής. Καλεσμένη ορχήστρα, ήταν αυτή τη φορά, η Φιλαρμονική της Δρέσδης. Μία ορχήστρα, που κατά το ιστορικό παρελθόν έχει συνδέσει το όνομά της, με ορισμένα από τα "ιερά τέρατα" της συμφωνικής μουσικής. Ο Brahms, ο Dvorak, ο Tchaikovsky και ο Strauss, πέρασαν από το πόντιουμ του συνόλου, διδάσκοντας και διευθύνοντάς το, διαμορφώνοντας παράλληλα τη φυσιογνωμία, οριοθετώντας την πορεία, και διαπλάθοντας τη φήμη της.
Υπό το βάρος αυτών των σκέψεων, είναι αναπόφευκτο να προσέρχεσαι στη συναυλία προκατειλημμένος θετικά για το άκουσμα που θα ακολουθήσει, προσμένοντας τη μοναδική εκείνη αίσθηση που αποτελεί και το συγκριτικό πλεονέκτημα των φημισμένων ορχηστρών του γερμανόφωνου χώρου, σε σχέση με τα διάφορα άλλα, ομοειδή ορχηστρικά σύνολα. Την αίσθηση εκείνη, που ξεπερνά τα ζητούμενα και τα τετριμμένα. Την αισθητική υπέρβαση των ορίων ενός καλλιεργημένου ήχου, με ισορροπημένα ηχοχρώματα και εκλεπτυσμένη φινέτσα που όμως εμβαθύνει ερμηνευτικά στην μουσική γραφή.
Μουσική παράδοση και κουλτούρα
Η συμφωνική μουσική, κατ’ ένα μεγάλο μέρος της, αποτελεί μία σημαντική παράμετρο της υπαρκτής και ζώσας κουλτούρας των λαών του ευρύτερου κεντροευρωπαϊκού χώρου. Η μουσική αυτή, δεν παύει να αποτελεί ένα πνευματικό δημιούργημα του οποίου την πατρότητα μπορούν δικαιωματικά να διεκδικούν και να καυχώνται γι’ αυτήν, αλλά και ένα αναπόσπαστο μέρος της ιδιαίτερης βιωματικής τους παράδοσης. Μιας παράδοσης, που εντάσσεται αδιάλειπτα στην κοινωνική ζωή τους.
Υπό αυτήν την οπτική, η ορχήστρα της Δρέσδης στη διπλή συναυλία της, φρόντισε να μας αποδείξει κάτι που ίσως είναι αυτονόητο. Μπορεί να μεταχειρίζεται και να αποκαθιστά τις δημιουργίες των μεγάλων συνθετών, μέσα από μία ερμηνευτική σχολή που συνδέει το χρόνο με τον χώρο και τα πρόσωπα. Είναι ο ίδιος σεβασμός και η αξιοθαύμαστη φροντίδα, με την οποία κατάφεραν να αναστήσουν από τα ερείπιά της, μετά τον μεγάλο πόλεμο, τη γραφική πόλη της Σαξονίας, της οποίας φέρει το όνομα. Το παράδειγμα αυτό που αντλείται τόσο χειροπιαστά από το χώρο της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας, είναι αρκετό για να καταδείξει μία άλλη, γενικότερη νοοτροπία. Έναν τρόπο σκέψης και πράξης, που βασίζεται στη μνήμη, ξεπερνά το "φαίνεσθαι" και κάθε είδους φήμη και στοχεύει στην ουσία. Οι συγκρίσεις, θα ήταν μάλλον απογοητευτικές...
Οι συναυλίες
Η πρώτη ημέρα των εμφανίσεων άνηκε δικαιωματικά στον μπετοβενικό κλασικισμό, αφού το κοντσέρτο για βιολί και η εβδόμη συμφωνία κατέλαβαν το πρόγραμμα. Το πρώτο, αποτελεί ένα έξοχο δείγμα κλασικού κοντσέρτου και ταυτόχρονα ένα από τα πλέον δημοφιλή έργα στο ρεπερτόριο του βιολιού, που ηχεί ζωντανό, μέσα από τις πάμπολλες εκτελέσεις και ηχογραφήσεις του από τα μυθικά ονόματα του εγχόρδου. Η ελβετίδα Mirjam Tschopp προσπάθησε με τη γεμάτη σφρίγος και νιότη ερμηνεία της, να αναδείξει το λυρισμό και τη δεξιοτεχνία, αντιπαραθέμενη ακόμη και στις πιο πλατιές, από πλευράς αγωγής εκδοχές, που οδήγησε με τη διεύθυνσή του ο Pedro Halffter. Τα στοιχεία που υπήρχαν, με το σωστό φρασάρισμα, την πλαστικότητα και τη δυναμική ήταν κοινά και στην εβδόμη που ακολούθησε. Ο Μπετόβεν χαμογέλασε μέσα από τα ευγενικά έγχορδα, τα μαλακά ξύλινα και τα λαμπερά χάλκινα που εξοικειωμένα με την παράδοση του κλασικού στυλ επέβαλαν μία ιδιαίτερη, προσεγμένη αντιμετώπιση των ηχητικών εικόνων στις ομάδες των οργάνων, ακόμη και αποστασιοποιούμενα από τις καθοδηγητικές επιταγές.
Στο πρόγραμμα της δεύτερης ημέρας, ο αισθαντικός μουσικός λόγος του Σοπέν, ήχησε μέσα από το 1ο κοντσέρτο για πιάνο. Η αλλαγή του προγράμματος επεφύλασσε την έκπληξη, του πολύ καλού Alexey Botvinov. Ο σολίστας ενέσκηψε στον ρομαντικό μελωδισμό και αποτύπωσε στο πληκτρολόγιο το ιδιαίτερο κάλλος. Το πρόγραμμα έκλεισε η 2η συμφωνία του Ραχμάνινοφ η οποία επιβεβαίωσε με τον πιο δεικτικό και αναμφισβήτητο τρόπο τη φήμη της ορχήστρας.
Ο μαέστρος προσκολλημένος ιδιαίτερα στη γραφή και μη μπορώντας να απεγκλωβιστεί από το αναλόγιό του, διεύθυνε με τεχνική άνεση την ορχήστρα στις ερμηνείες της, χωρίς όμως να μπορεί να πείσει καθ’ ολοκληρία για τις υπαρκτές ή μη επιδιώξεις του, σε ένα σύνολο που ούτως ή άλλως επέβαλλε μέσα από τον ομοιογενή και συμπαγή ηχητικό του όγκο, μία παράσταση καλλιτεχνών που δεν ταλαντεύεται σε ερμηνευτικά διλήμματα.

"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 15 Μαρτίου 2005