Ερμηνεία και άποψη για το ελληνικό τραγούδι.
Η Αγνή Μπάλτσα τραγουδά Ξαρχάκο, Θεοδωράκη, Τσιτσάνη, Χατζιδάκι,
στο Μέγαρο Μουσικής.
Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Έγραφε κάποτε, ο Γιάννης Τσαρούχης, "…αγαπώ την Κάλλας και την Σωτηρία Μπέλλου.
Και δεν αισθάνομαι διχασμένος. Ας κοπιάσουν όσοι σκανδαλίζονται γι’ αυτό να
καταλάβουν τι μου συμβαίνει. Εγώ πάντως κόπιασα και κοπιάζω για να βρω μια τάξη
και ισορροπία. Θέλω συνεχώς να γνωρίζω και να ξεκαθαρίζω. Για να είμαι ελεύθερος
να αγαπήσω απόλυτα. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι προηγούμενες επιτυχίες. Είναι φυσικό
να θέλω να κάνω ελληνικό ό,τι μ’ αρέσει στην Αναγέννηση. Αλλά ποτέ δεν θέλησα να
γίνω Ιταλός…".
Λαϊκό και γνήσιο τραγούδι
Το λαϊκό τραγούδι όπως αυτό αναπτύχθηκε κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες του
περασμένου αιώνα, αποτελεί τη ζωντανή μουσική έκφραση των συναισθημάτων και της
καθημερινότητας του ελληνικού λαού. Στην πλέον καλλιεργημένη του μορφή
συνετέλεσαν δημιουργοί όπως ο Χατζιδάκις, ο Θεοδωράκης, ο Ξαρχάκος, οι οποίοι
προσέδωσαν στα τραγούδια τους έναν ιδιαίτερο, έντεχνο μουσικά χαρακτήρα. Τα
τραγούδια αυτά τραγουδήθηκαν πολύ, συνδέθηκαν με ιδιαίτερα γεγονότα του
κοινωνικού και εθνικού μας βίου, αγαπήθηκαν και υιοθετήθηκαν υπερταξικά, ως μία
άλλη διάσταση της κοινής ιδιοσυγκρασιακής μας χαρμολύπης. Η γνησιότητα της
λαϊκής μουσικής έκφρασης, σε συνδυασμό με τον κοινωνικό ιστό και τις ιδιότυπες
συνθήκες πάνω στις οποίες γεννήθηκε και ανδρώθηκε το λαϊκό και έντεχνο τραγούδι,
μπορούμε με ασφάλεια να υποστηρίξουμε πως συνθέτει, μία αντικειμενική αλλά και
υποκειμενική αλήθεια.
Μια αλήθεια, που θα μπορούσε κάλλιστα να ειδωθεί και υπό μία άλλη οπτική. Η
"λαϊκή" και "έντεχνη" μουσική δημιουργία δεν αποτελούν παρά διαφορετικές
μουσικές εκφάνσεις του ελληνικού τραγουδιού. Της μήτρας εκείνης, από την οποία
ξεπετάχτηκε το δημοτικό, το ρεμπέτικο και κάθε τι το αυθεντικό μουσικά, που
μπορεί να αποκαθιστά την ιδιαίτερη και μυσταγωγική ταυτόχρονα σχέση με την
αρχέτυπη ελληνική έκφραση του ρυθμού και της μελωδίας. Μία ειλικρινή σχέση,
δυνατή και διαχρονικά ακατάλυτη.
Ξαρχάκος και Μπάλτσα
Πάνε τώρα είκοσι περίπου χρόνια, από τότε που γνώρισα την ερμηνευτική εκδοχή
της κ. Μπάλτσα πάνω στα πανδήμως γνωστά τραγούδια του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου,
του Θεοδωράκη και του Τσιτσάνη. Η ιστορική πλέον εκείνη ηχογράφηση, με την
επιμέλεια και τη διανομή της μεγάλης γερμανικής εταιρείας με την κίτρινη
ταμπέλα, αποτελεί ένα κειμήλιο, και ταυτόχρονα μία πράξη ευαισθησίας, τόλμης και
ευθύνης.
Η συναυλία που δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στις 22 Ιανουαρίου,
στηρίχθηκε και μετεξέλιξε παράλληλα, εκείνη την πρώτη ιδέα.
Η ενορχηστρωτική φροντίδα του Σταύρου Ξαρχάκου υπήρξε η μία μεγάλη παράμετρος. Η
Κρατική Ορχήστρα Ελληνικής Μουσικής, υπό την καθοδήγηση του συνθέτη, ερμήνευσε
σε ατραπούς τελειότητας, τα τραγούδια και τα αυτόνομα ορχηστρικά κομμάτια. Η
αντιμετώπισή της, εμβάθυνε στην ουσία της μουσικής χωρίς λυρικούς πλατειασμούς,
αλλά με επιδέξια ισορροπία, συνταιριάζοντας παράλληλα το απολλώνιο με το
διονυσιακό στοιχείο.
Η διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου υπήρξε αληθινά πρωτότυπη. Ο ρυθμός και η
μελωδία κύλησε από τα χέρια του συνθέτη με έναν μοναδικό και αμίμητο τρόπο. Η
επικοινωνία του με τα μέλη της ορχήστρας στηρίχθηκε σε μία αβίαστη και φυσική
σχέση, που μετέφερε με έναν ιδιαίτερο βιωματικό τρόπο τις ερμηνευτικές
επιδιώξεις των ιδίων των έργων.
Η ερμηνεία
Η κ. Μπάλτσα είναι ίσως η γνωστότερη διεθνώς, εν ζωή, Ελληνίδα λυρική
τραγουδίστρια. Με περισσή ευαισθησία αντιμετώπισε αυτά τα γνώριμα, αλλά
απαιτητικά τραγούδια. Τιθάσευσε την υπερβολή της οπερατικής τοποθέτησης στο
χρώμα των τραγουδιών με επιτυχία και προχώρησε στην ερμηνεία της με ωριμότητα
και σεβασμό στην τραγουδιστική παράδοση του λαϊκού τραγουδιού, οριοθετώντας
παράλληλα ένα δυναμικό τρίο, με την ορχήστρα και τον Ξαρχάκο στο πόντιουμ.
Ίσως να μπορούσαν να αναπτυχθούν ενστάσεις για τη διαφορετική αυτή ερμηνευτική
εκδοχή. Όμως, ξεπερνώντας αστοχίες, ή στατικές αντιλήψεις και πέρα από την όποια
τοποθέτηση της φωνής και τα λιγότερο ή περισσότερο σκληρά σύμφωνα, η συνολική
πρόσληψη της συναυλίας ως ένα αυτοδύναμο έργο τέχνης, υπήρξε συγκινησιακά
εκστασιακή, συνηγορώντας με τον πιο δεικτικό τρόπο για ένα μάλλον αναμφισβήτητο
γεγονός. "Δεν υπάρχουν λαϊκοί, δημοτικοί, ή κλασικοί τραγουδιστές. Υπάρχουν μόνο
μεγάλοι και μικροί καλλιτέχνες… και ένας μεγάλος ερμηνευτής είναι ταυτόχρονα και
μεγάλος λαϊκός ραψωδός."
ΥΓ. Θεωρούμε σημαντική παράλειψη από το καλαίσθητο έντυπο πρόγραμμα της
συναυλίας τη μη ονομαστική αναφορά των εξαίρετων μουσικών της ορχήστρας.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 31 Ιανουαρίου 2005