Ρεμπέτικες στιγμές… αυθεντικές.
Νταλάρας, Τσαλιγοπούλου, Ανδρεάτος, Νταραβάνογλου, τραγουδούν Τσιτσάνη στο
Μέγαρο Μουσικής.
Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Δε μπορώ παρά να δανειστώ και να αντιγράψω εισαγωγικά την ιστορική πλέον
δήλωση-μανιφέστο του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο, που αποδεικνύεται
διαχρονικά ακριβής, μισό αιώνα ήδη, μετά την πρώτη της διατύπωση.
"… Το ρεμπέτικο, και αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει επιβάλλει πια την
δύναμή του, λίγο-πολύ σε όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή το
παραδεχόμαστε είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μία
επιπόλαια κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν
και ν’ αμφιβάλλουμε για την μελλοντική ποιοτική εξέλιξη του είδους…".
Μία νηφάλια και ουσιαστική αποτίμηση του ογκώδους τραγουδιστικού έργου του
Βασίλη Τσιτσάνη αναδεικνύει μία ιδιαίτερη, αρχοντική και εξίσου ταλαντούχα μορφή
της λαϊκής μας μουσικής. Είναι ο πρωτομάστορας μιας μουσικής παράδοσης που
κατορθώνει θαυμαστά και αξιοπρόσεκτα να γεφυρώσει τις προϋποθέσεις πάνω στις
οποίες το ένστικτο του δημιουργού συναντά τον πηγαίο μελωδικό αυθορμητισμό σε
μία αδιατάρακτη εκφραστική ενότητα με τον ιδιότυπο ποιητικό λόγο και τη
χορευτική κίνηση. Αυτή η μυστικοπαθής πολλές φορές έκφραση που γεννήθηκε στο
κοινωνικό περιθώριο ως ανάγκη μετάλλαξης του δημοτικού και ειδικότερα του
σμυρναίικου τραγουδιού, κρατά μέσα της τα αρχέτυπα σπέρματα ενός αναλλοίωτου
λυρισμού και μιας καρδιακής ρυθμοποιίας που μεταπλάθεται σε προνομιακό μέσο
έκφρασης λαϊκών και πανανθρώπινων συναισθημάτων. Εκεί, η οδύνη συναντά την
ηδονή, χωρίς όμως ο απολλώνιος και διονυσιακός συγκερασμός να εκτροχιάζει την
τέχνη από τις υποσυνείδητες επιταγές ενός ορμέμφυτου όσο και παντοδύναμου
ενστίκτου που χαρακτηρίζει γενικότερα την ανατολική μουσική. Η τέχνη του
τραγουδοποιού Βασίλη Τσιτσάνη κατευθύνεται πάνω σε αυτές τις οικείες νόρμες και
εξελίσσεται σταθερά χωρίς παρεκτροπές χαρακτηριζόμενη πάντοτε, ακόμη και μέσα
στην πολυμορφία της, από μία σύμφυτη ευγενική πνοή αλλά και έναν αυθεντικά λαϊκό
αριστοκρατισμό.
Η παράσταση
Η εμμονή του Γιώργου Νταλάρα σε ποιοτικές εκτελέσεις και η συνέπειά του ως προς
τις απαιτήσεις που συνδέονται με τη μουσική ερμηνεία είναι ένα γεγονός που
γίνεται εύκολα αντιληπτό ακόμη και στον απλό ακροατή. Και η πορεία αυτή των
προκλήσεων μοιάζει ευτυχώς να μην έχει τέλος για το δημοφιλή τραγουδιστή. Το
αφιέρωμα όμως σε μία φυσιογνωμία όπως ο Τσιτσάνης, που άλλαξε κατ’ ουσία τη ροή
και στιγμάτισε τη λαϊκή μουσική μας παράδοση, σίγουρα και εξ ορισμού είναι μία
πολύ σημαντική όσο και επικίνδυνη υπόθεση. Και μπορεί ασφαλώς το Μέγαρο Μουσικής
να μην είναι ο φυσικός χώρος για τη ρεμπέτικη ασματωδία, η ευγενική όμως
αντιμετώπιση που έτυχε η μουσική μέσα από τη σκηνοθεσία του Σταμάτη Φασουλή
συνέτεινε σε μία ολιστική και πρωτότυπη προσέγγιση όπου η σκηνογραφία και οι
πετυχημένες φωτοσκιάσεις, μαζί με τη σκηνική υποκριτική απόδοση των κειμένων,
υποστήριξαν επαρκώς και με λεπτότητα μία ενότητα, μία ιδέα.
Η επιλογή των σαράντα έξι (!) τραγουδιών μέσα από τα εκατοντάδες που έγραψε και
συνέθεσε ο Τσιτσάνης υπήρξε αντιπροσωπευτική της δημιουργικής του πορείας αλλά
και μιας αστείρευτης νοηματικά πηγής έμπνευσης.
Οι συντελεστές
Ο Γιώργος Νταλάρας γνωρίζει πολύ καλά πώς να σέβεται τις προθέσεις του
δημιουργού και την αισθητική εικόνα των έργων, και με την ίδια φροντίδα μπορεί
να θέτει τη δική του παράλληλη ερμηνευτική σφραγίδα και να οριοθετεί τη δική του
προσωπική συνεισφορά στον ατέρμονο μουσικό κύκλο της ερμηνείας. Η διαπίστωση
αυτή αποτελεί ταυτόχρονα και την προσωπική απάντηση του καλλιτέχνη στις
προκλήσεις που εγκυμονεί ένα σύνθετο αφιέρωμα όπως αυτό που παρακολουθήσαμε για
τον Βασίλη Τσιτσάνη.
Η Ελένη Τσαλιγοπούλου με τη γνήσια λαϊκή και εύπλαστη φωνή της υπήρξε αμίμητη
στις αποδόσεις της, ενώ η παρουσία του Γεράσιμου Ανδρεάτου χρωμάτισε το πάλκο με
άρτια τεχνική και μεστές ερμηνείες. Ο πρωτοψάλτης Γρηγόρης Νταραβάνογλου τόσο με
τον αυτοσχεδιασμό που άνοιξε το δεύτερο μέρος της παράστασης όσο και με τη δική
του "συννεφιασμένη Κυριακή" τόνισε τη συγγενική και αδιάλειπτη σχέση της λαϊκής
μουσική με την ευρύτερη βυζαντινή παράδοση.
Τέλος, η έντεχνα φροντισμένη ορχήστρα προσέφερε, ίσως με λογιότερο προφίλ, μία
μοναδική μουσική εμπειρία ακρόασης σε ένα είδος που του αξίζει ασφαλώς μία
προσεκτικότερη ματιά ενδοσκόπησης χρήσιμη για μια πορεία αυτογνωσίας σε ένα
ούτως ή άλλως ξεδιάντροπα διαμορφούμενο, άηθες και νόθο, κατ’ ευφημισμόν
"λαϊκό", μουσικό περιβάλλον.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 1 Νοεμβρίου 2004