Λουτσία…η αξιοπρεπής
Σημαντική η νέα οπερατική παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής.
Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Μία από τις πλέον προσφιλείς οπερατικές θεματικές, για τους λάτρεις της λυρικής
μουσικής, υπήρξε η φθινοπωρινή επιλογή του προγράμματος του Μεγάρου Μουσικής
Θεσσαλονίκης. Η Lucia di Lammermoor, μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα, πως
υπήρξε το εισιτήριο του Donizzetti για την επιτυχία προσφέροντάς του την
αθανασία που μπορεί να δώσει ένα έργο με διαχρονική πνευματική αξία στον
δημιουργό του.
Η υπόθεση
Κεντρικό άξονα της όπερας αποτελούν τα συμπλέγματα των ηθών, οι ανθρώπινες
σχέσεις και οι κοινωνικές καταστάσεις, στη Σκοτία του 17ου αιώνα. Σημείο
αναφοράς για τη δημιουργία και τη διαπλοκή τους ο έρωτας της ηρωίδας αλλά και
ένα γαμήλιο συμβόλαιο. Το επερχόμενο τέλος είναι τραγικό και απρόσμενο. Η
Λουτσία, απομακρυσμένη από τον κόσμο της ανθρώπινης λογικής, σκοτώνει τον σύζυγο
που της επιβλήθηκε από τον αδερφό της και αναχωρεί για τον άλλο κόσμο, ενώ ο
αγαπημένος της Εντγκάρντο, αυτοκτονεί.
Η τραγικότητα της υπόθεσης ισορροπεί δραματικά όσο και επιδέξια πάνω στο
λιμπρέττο του Καμμαράνο και επενδύεται δεξιοτεχνικά με ένα ένστικτο υψηλής
αισθητικής υφής, που χαρακτηρίζει τη μουσική του Ντονιζέττι, παρουσιάζοντας ένα
τελικό αποτέλεσμα σίγουρα θαυμαστό και αναμφισβήτητα αξιοπρόσεκτο. Η δομή του
έργου προωθεί μέσα από χαρακτηριστικές παρεμβάσεις τις συναισθηματικές
μεταβολές, ενώ η οικονομία των εκφραστικών μέσων είναι πρόδηλη των προθέσεων
ενός συνθέτη που εμβαθύνοντας στη γραφή, τολμά να απεικονίζει την εσωτερικότητα
στην ερμηνευτική φόρτιση ξεπερνώντας όμως επιδέξια τα φωνητικά πυροτεχνήματα
μιας άλλης μηχανιστικής φιλοσοφίας.
Η διανομή
Η σκηνοθεσία της παράστασης που παρακολουθήσαμε στην πρεμιέρα της 1ης Οκτωβρίου,
οφειλόταν στην Ρενάτα Σκόττο. Η Ιταλίδα ντίβα, ήξερε ασφαλώς πολύ καλά την
ταυτότητα του έργου που κατ’ επανάληψη και η ίδια είχε ερμηνεύσει στο παρελθόν,
οδηγώντας σε ατραπούς που απηχούν την σοβαρή και μετρημένη υπόσταση μίας
παράδοσης που εν πρώτοις υποδείχθηκε από την Κάλλας.
Η υψίφωνος Εlena Mosuc υπήρξε ιδανική στο ρόλο της πρωταγωνίστριας. Το ψυχικό
δράμα της ηρωίδας φωτίστηκε από το μοναδικό της ηχόχρωμα. Η τεχνική και η
ευαισθησία συζεύχθηκαν στην ερμηνεία της αρμονικά και με διακριτικότητα,
τονίζοντας μία ευγενική οπτική που μπορεί να ισορροπεί την τραγικότητα με την
δεξιοτεχνία αλλά και εντρυφεί παράλληλα με περίσσια μουσικότητα στις προθέσεις
του έργου. Η κ. Mosuc μπορούμε να υποστηρίξουμε με βεβαιότητα, πως μετουσίωσε
αμίμητα τους ευχερείς μονολόγους της σε μία άλλη διάσταση, επιβάλλοντας με το
υποκριτικό της βίωμα στους ακροατές, μία ισόρροπη συναισθηματική φόρτιση.
Ο προδομένος εραστής Edgard, συνάντησε αρκετά προβλήματα τονικής κυρίως φύσης,
στον τενόρο Gioacchino Li Vigni, που βρέθηκε προφανώς σε ατυχείς στιγμές
ερμηνείας παρά τις υποφαινόμενες ζηλευτές φωνητικές αρετές του. Αξιόλογη
αντίθετα υπήρξε η παρουσία του Roberto Servile ως Ενρίκο, ενώ αξιοσημείωτη ήταν
η ερμηνεία του βαθύφωνου Δημήτρη Καβράκου στο ρόλο του ιερέα Νορμάν
ξεδιπλώνοντας ένα ιδιαίτερο ταλέντο στις απαιτητικές βαθιές περιοχές. Η διανομή
συμπληρώθηκε από τα μέλη της καλοδουλεμένης και ζωντανής χορωδίας που
προσομοίωσαν με επιτυχία τους πολλαπλούς ρόλους τους.
Η αξιοπρεπής ορχηστική επένδυση οφείλεται στην παρουσία της Κρατικής Ορχήστρας
Θεσσαλονίκης υπό τη μπαγκέτα του Francesco Colombo που καθοδήγησε ουσιαστικά τις
ερμηνείες των συντελεστών.
Την παρανοϊκή διάθεση, την εσωτερική πάλη και τα ερωτήματα που προκύπτουν από
τον διχασμό της έλλογης πραγματικότητας προς το μεταφυσικό και ανεξήγητο,
τόνιζαν οι σκηνογραφικές επιλογές που παιχνίδιζαν καθρεπτιζόμενες, μεταξύ φωτός
και σκιάς.
Την καθ’ όλα όμως επιτυχή παράσταση μπορούν να ακολουθήσουν και κάποια
παράπλευρα ερωτήματα. Η αδυναμία να γεμίσει η αίθουσα του Μεγάρου είναι
προφανής. Ξεπερνώντας όμως την όποια ίσως δυσχέρεια της εποχής μας αποκαλύπτεται
η γύμνια μιας παιδείας που φαίνεται ανήμπορη να καταστήσει τον απλό μέσο
άνθρωπο, έναν ακροατή με απαιτήσεις και ελάχιστη άποψη, απελευθερωμένο από
ταμπού και κλισέ. Από το λυρικό τραγούδι και τη συμφωνική μουσική, μέχρι το
καθημερινό τραγούδι του ραδιοφώνου και τη μουσική της εκκλησίας.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 11 Οκτωβρίου 2004