Ιταλικό ταμπεραμέντο.
Εξαιρετική εμφάνιση της ορχήστρας της RAI στο Μέγαρο Μουσικής.
Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ.
Είναι βέβαιο πως θετικά ακουστικά συναισθήματα και εντυπώσεις συνόδεψαν την
εμφάνιση της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Ιταλικής Ραδιοτηλεόρασης (RAI) την
Τρίτη 6 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Η προσκεκλημένη ορχήστρα, υπό τη
διεύθυνση του Rafael Fruhberg de Burgos, απέδωσε με ευκολία και ποιοτική άνεση
ένα πρόγραμμα που εκτείνονταν από τον Μπετοβενικό κλασικισμό, και δια μέσου του
εθνικά ρομαντικού Γκρήγκ, κατέληγε στις ορχηστρικές σουίτες του Richard Strauss.
Μία απλή ανασκόπηση των έργων του Μπετόβεν, αποδεικνύει εύκολα ότι η σχέση του
μεγάλου συνθέτη με το θέατρο και την όπερα, παραγωγικά υπήρξε περιορισμένη.
Ειδικότερα όμως οι ορχηστρικές του εισαγωγές, ως προανάκρουσμα θεατρικών έργων,
απηχούν την άμεση αντίδραση του συνθέτη στα ιστορικά τεκταινόμενα της εποχής του
και είναι σίγουρο πως αν και δε διακρίνονται στην πλειονότητά τους για την
εκφραστική τους εσωτερικότητα και τη μορφική πολυπλοκότητα των μεγάλων
συμφωνικών έργων του συνθέτη, έχουν έντονα αυτοτελή και προγραμματικό χαρακτήρα
που διέπεται από μία εσωτερική δομική λογική και λειτουργία. Η εισαγωγή
"Βασιλιάς Στέφανος", ανήκει στη δεύτερη συνθετική περίοδο του Μπετόβεν. Γράφτηκε
το 1811, προορισμένη να ανοίξει μουσικά το ομώνυμο θεατρικό έργο. Η ιταλική
ορχήστρα ανέδειξε με επιτυχία τις προθέσεις του έργου. Τα ζωηρά και χαρούμενα
μελωδικά στοιχεία στην έκθεση του πρώτου θέματος, αποδόθηκαν με έμφαση, ενώ
έντονος και κατανοητός υπήρξε ο ηρωικός και αποφασιστικός χαρακτήρας του έργου.
Στην συνολικά πετυχημένη ερμηνευτική του εκδοχή σημαντικό ακόμη ρόλο επιτέλεσε η
σαφής και διακριτή απόδοση των συνεκτικών ρυθμικών και μελωδικών στοιχείων που
παρέπεμπαν συνειρμικά τον ακροατή σε άλλα έργα του συνθέτη, εξασφαλίζοντας
παράλληλα τη νοηματική αποφόρτιση της μουσικής σε ένα καλοδεχούμενο αισθητικά,
κλασικό περίγραμμα.
O Βακαρέλης ερμηνεύει Γκρήγκ
Το κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα σε λα ελάσσονα του Edvard Grieg που
ακολούθησε κλείνοντας το πρώτο μέρος της εμφάνισης, είναι ιδιαίτερα γνωστό και
εξίσου δημοφιλές, τόσο λόγω του πλούτου και της μελωδικής του απλότητας, όσο και
λόγω της έντονης δεξιοτεχνίας του. Στην ακουστική οικειότητα του φιλόμουσου
κοινού με το έργο, ασφαλώς έχουν συμβάλλει και οι αλλεπάλληλες, λιγότερο ή
περισσότερο πετυχημένες κάθε φορά, εκτελέσεις του.
Το μουσικό ιδίωμα του Νορβηγού συνθέτη οφείλεται κυρίως στον πετυχημένο
συγκερασμό της παραδοσιακής και λαϊκής μουσικής της πατρίδας του με το πνεύμα
και την τεχνική του ρομαντισμού. Η πρώτη, εντοπίζεται στη χρήση τροπικών
μελωδικών και αρμονικών στοιχείων, ενώ η δεύτερη στη γενικότερη υιοθεσία και
ταυτόχρονη προέκταση μιας ολόκληρης μουσικής τεχνοτροπίας. Στο κοντσέρτο για
πιάνο σε la αποκαλύπτονται πέραν των γενικότερων υφολογικών χαρακτηριστικών μία
διάχυτη φρεσκάδα συνδυασμένη με αξιοπρόσεκτες σελίδες πιανιστικής γραφής.
Τον πρωτεύοντα σολιστικό ρόλο επωμίστηκε ο γνωστός και καταξιωμένος πιανίστας
Γιάννης Βακαρέλης. Η συνύπαρξή του με το ορχηστικό σύνολο υπήρξε απροβλημάτιστη
με αποτέλεσμα να αναδειχθούν με σαφήνεια τόσο το κύριο θέμα όσο και οι ποικίλες
μελωδικές παραλλαγές του. Η ερμηνεία των δεξιοτεχνικών περασμάτων δόθηκε με
τεχνική ευκολία, ενώ ανάλαφρη και λυρική υπήρξε σε κάθε περίπτωση η αντιμετώπιση
του αργού δευτέρου μέρους. Η θριαμβευτική επανεμφάνιση των αρχικών γρήγορων
θεμάτων στην κατάληξη του κοντσέρτου παρά το γεγονός ότι ενίοτε υπερίσχυε
ακουστικά το γενικότερο μελωδικό περίγραμμα εις βάρος της σχολαστικής
λεπτομέρειας, υπήρξε η ζωηρή κατακλείδα που επιβεβαίωσε για ακόμη μια φορά τόσο
την αξία του έργου, όσο και τη φήμη του ερμηνευτή.
Τη συναυλία έκλεισαν δύο έργα του Richard Srauss. Οι σουίτες "Δον Ζουάν" και "ο
Ιππότης του Ρόδου". Τα έργα είναι χαρακτηριστικά προσηλωμένα στην ιδέα της
προγραμματικής μουσικής και αντλούν το θεματικό τους περιεχόμενο από το ομώνυμο
ημιτελές ποίημα το πρώτο και από την αντίστοιχη όπερα το δεύτερο, περιγράφοντας
και τα δυο διαφορετικές ερωτικές ιστορίες. Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται
δικαιωματικά, για την πετυχημένη προετοιμασία και απόδοση του επιμελημένου
συνόλου, στον μαέστρο Rafael Fruhberg de Burgos, ο οποίος με ιδιαίτερο στυλ,
άνεση και χαρακτηριστική αρχοντιά επέβαλλε την καθοδηγητική του παρουσία στο
πλήθος των μουσικών. Οι κύριες επισημάνσεις του, πάντοτε από στήθους και με
έμφαση στη λεπτεπίλεπτη λεπτομέρεια, υπήρξαν καθοριστικές για μία ερμηνευτική
προσέγγιση των έργων με στόχο την ποιότητα. Μέσα από την καθοδήγησή του
αναδείχθηκαν οι αρετές της ορχήστρας ως συνόλου καλλιτεχνών που φαίνεται ότι
κομίζει επάξια την ιστορική ποιοτική διάσταση, της ιταλικής ορχηστρικής μουσικής
παράδοσης.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 19 Μαΐου 2003