"Οπερατική πρωτοπορία" - "Το στρίψιμο της βίδας" στο Μέγαρο Μουσικής.

Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, Μουσικολόγου.

Μία άκρως ενδιαφέρουσα πτυχή της σύγχρονης μουσικής δημιουργίας, η όπερα του Μπέντζαμιν Μπρίττεν "το στρίψιμο της βίδας" είχε την ευκαιρία να γνωρίσει το φιλόμουσο κοινό της Θεσσαλονίκης σε μία παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής.
Το έργο, που είναι κυρίως γνωστό λόγω της κινηματογραφικής του μεταφοράς αλλά και των άλλων θεατρικών εκδοχών του, αποτελεί τμήμα της δημιουργικής παρέμβασης του συνθέτη προς όφελος του οργανισμού English Opera Group που ο ίδιος είχε ιδρύσει για την ανάπτυξη της οπερατικής κίνησης στην μεταπολεμική Αγγλία.
Το λιμπρέτο στηρίχθηκε στο μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Henry James και το οποίο με ευκολία μπορεί να ενταχθεί στις "ιστορίες φαντασμάτων". Το εκ πρώτης όψεως φαινομενικά απλοϊκό νοηματικό περιεχόμενο του μυθιστορήματος, αριστοτεχνικά ξεδιπλώνεται στη συνέχεια σε μία ψυχολογική διείσδυση όπου κυριαρχούν οι μεταφυσικές και προαιώνιες αντιθέσεις. Διττές έννοιες και μανιχαϊστικές αντιλήψεις, όπως η πάλη του καλού με το κακό, του ορατού με το φανταστικό και του φυσικού με το αφύσικο, αποτελούν τις αντιπαραβαλλόμενες θεματικές ιδέες πάνω στις οποίες πλάθεται ο μύθος. Η υποκριτική μετάλλαξη αυτών των αμφίσημων συζυγιών και η συνεχής αλληγορική εναλλαγή τους, ταυτόχρονα με την προβολή και απώθηση της παιδικής αθωότητας σ’ έναν παραφυσικό κόσμο, έλκει τον μίτο της πλοκής του έργου και κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον κάτω από μία μυστηριακή ατμόσφαιρα. Η ζητούμενη λύση επέρχεται τελικά ταυτόχρονα με το τέλος του έργου εν μέσω ερωτημάτων και αμφιβολιών, είναι η δραματική λύτρωση που φέρνει ο θάνατος.
Η Όπερα
Το έργο διακρίνεται για τη γρήγορη εναλλαγή των σκηνών του που μουσικά λειτουργούν στα πλαίσια μίας ενότητας με μορφολογική και υφολογική συνέχεια. Κύριος συνεκτικός κρίκος είναι το ηχοχρωματικό υπόβαθρο που προσφέρει το περιορισμένο σε αριθμό οργάνων, μουσικό σύνολο. Το σκοτεινό -και κάποτε κλειστοφοβικό- αυτό χρώμα και οι πλούσιες ενορχηστρωτικές ιδέες του συνθέτη αποδόθηκαν εξαιρετικά από Σολίστ της Ορχήστρας των Χρωμάτων. Ο απόλυτος συντονισμός και η συνέπεια προς τις εκφραστικές απαιτήσεις του έργου οφείλονται ασφαλώς σε μεγάλο μέρος στην καθοδήγηση του Νίκου Τσούχλου. Η διεύθυνσή του υπήρξε πολύ συγκεκριμένη και ταυτόχρονα ιδιαίτερα συγκρατημένη ως και κάποτε υποτονική, σε σκηνές όπου το δραματικό στοιχείο έπρεπε να συνταυτιστεί αισθητικά με μεγαλύτερη μουσική φόρτιση.
Οι πρωταγωνιστές
Από την πλευρά των μονωδών ασφαλώς η βραδιά άνηκε στην υψίφωνο Μαρίνα Βουλογιάννη. Σαν ‘γκουβερνάντα’, κέρδισε απόλυτα, τόσο με τη σκηνική της παρουσία όσο και με συνεπή της ερμηνεία, το κοινό και ταυτόχρονα ανέδειξε πέρα από τις απαιτήσεις του ρόλου της ένα ιδιαίτερο φωνητικό ταλέντο. Επάξια και η παρουσία της Τζούλιας Σουγλάκου στον ισότιμο ρόλο της κυρίας Γκρόουζ. Η γνωστή σοπράνο έμπειρη και ικανή επιβεβαίωσε και μ’ αυτή την ερμηνεία της, την καλή φήμη που συνοδεύει τις εμφανίσεις της.
Το σύνολο της πολύ καλής διανομής συμπληρώνονταν από τον τενόρο Brandon Jovanovich και την Ειρήνη Καραγιάννη στο ρόλο της Τζέσελ.
Τις εντυπώσεις όμως με ασφάλεια μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έκλεψε το ζεύγος των παιδιών, ο Pablo Strong σαν Μάιλς και η Beatrice Weiss σαν Φλώρα. Πέρα από τη φυσικότητα που διέκρινε τις υποκριτικές τους ικανότητες, η φωνητική ευκολία με την οποία αντιμετώπισαν το κείμενο, σε συνδυασμό με το καθαρό και λαμπερό παιδικό ηχόχρωμα εντυπωσίασε, παραπέμποντας σε μία ειδικευμένη και ζηλευτή μουσική παιδεία που μπορεί να πλάθει από μικρές ηλικίες, πρωταγωνιστές.
 

"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 2 Δεκεμβρίου 2002.