Η δημιουργία οπερατικής παράδοσης.

Σημαντική η παρουσία της Αγνής Μπάλτσα στην νέα παραγωγή του Μεγάρου.

Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ.

"…Βρίσκω καταπληκτικό ότι ύστερα από τόσα χρόνια οι άνθρωποι εξακολουθούν να θέλουν να έρθουν για να με δουν, για να με ακούσουν. Ίσως αυτό να συμβαίνει επειδή πάντοτε σεβάστηκα το κοινό, σεβάστηκα τον εαυτό μου. Είναι μεγάλη ευθύνη, μεγάλος φόβος, αλλά μου δίνει και μεγάλη δύναμη. Η επαφή με το κοινό είναι μια ερωτική ιστορία. Δεν τραγουδώ για πενήντα ανθρώπους που ξέρουν την παρτιτούρα. Θέλω να συγκινήσω τον ακροατή, να τον μαγέψω…". Με αυτόν τον ιδιαίτερα εξομολογητικό και αποκαλυπτικό τρόπο εξηγεί η μεγαλύτερη, όπως έχει χαρακτηριστεί, μέτζο της εποχής μας, σε πρόσφατη συνέντευξή της, τις προθέσεις τις σκέψεις και τα συναισθήματά της, προσφέροντας εμμέσως, μία παράλληλη, ικανοποιητική εξήγηση για το παραλήρημα "Μπάλτσα", στους ρυθμούς του οποίου ζει τον τελευταίο καιρό η Θεσσαλονίκη.
Μετά την "Παραστρατημένη", την "Κάρμεν", το "Ριγκολέτο" και την "κυρία Πεταλούδα", η πέμπτη οπερατική παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, τείνει να επιβεβαιώσει με τον πιο θετικό τρόπο, το καθεστώς μίας παράδοσης επιμελημένων παραστάσεων, που συμβάλουν έκδηλα και θετικά στην επαφή του κόσμου με το απαιτητικότερο ίσως είδος της μουσικής δημιουργίας.
Η "Καβαλερία Ρουστικάνα" του Πιέτρο Μασκάνι, αποτελεί ένα τυπικό δείγμα όπερας που απηχεί το ρεύμα του ιταλικού βερισμού. Μας μεταφέρει στο επαρχιώτικο και θρησκόληπτο περιβάλλον της καθολικής Σικελίας του 19ου αιώνα, ανήμερα της γιορτής του Πάσχα, όπου και εξελίσσεται ένα ερωτικό δράμα, χαρακτηριστικό των ηθών και του κώδικα συμπεριφοράς της εποχής.
Αγνή Μπάλτσα
Η Αγνή Μπάλτσα δεν είναι απλά μία μεγάλη καλλιτέχνιδα και ασφαλώς μικρή μόνο έχει σχέση με την νέα κοπέλα που στο άκουσμα της τέχνης της, υποκλίθηκε ο Κάραγιαν και μαζί το μουσικό στερέωμα. Συνεχίζει βέβαια να καταπλήττει κοινό και κριτικούς με τις φωνητικές της ικανότητες οι οποίες πολλαπλά και από πολλούς έχουν τονιστεί. Η εμπειρία που κομίζει είναι μαζί με την ωριμότητα των προθέσεών της και το δραματουργικό της ταμπεραμέντο, ένα εκρηκτικό μείγμα, γενεσιουργό υψηλής τέχνης που δεν μπορεί να αφήσει κανέναν φιλότεχνο αδιάφορο.
"…Θα πρέπει να έχει κανείς το θάρρος να τραγουδήσει ακόμα και μια άσχημη νότα, προκειμένου να πει στον ακροατή αυτό που πρέπει, να μεταδώσει το σωστό συναίσθημα. Θέλω οι άνθρωποι που θα έρθουν στην παράσταση να ξεχάσουν τα πάντα όσο βρίσκονται εκεί… Θέλω λοιπόν να συγκινήσω, να μαγέψω…".
Αυτή την ακουστική και οπτική γοητεία ζήσαμε κατά την ακρόαση της μεγάλης αοιδού. Παρά τη σύντομη χρονική διάρκεια του μονόπρακτου έργου, που συνήθως συνδυάζεται με τους "Παλιάτσους" του Λεονκαβάλο, η παρουσία της κυρίας Μπάλτσα στο ρόλο της Σαντούτσα υπήρξε καταλυτική αναδεικνύοντας παράλληλα μία σημαντική ερμηνεία για το έργο.
Από τους συμπρωταγωνιστές ξεχωρίσαμε ιδιαίτερα το Δημήτρη Τηλιακό στο ρόλο του Άλφιο. Στο ρόλο του απατημένου συζύγου, ο βαρύτονος ξεδίπλωσε το ιδιαίτερο φωνητικό ταλέντο του με υποκριτική άνεση τονίζοντας τη σκηνική του παρουσία με τις καλύτερες αποχρώσεις.
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε από τους κύριους συντελεστές, τον τενόρο Randolph Locke στο ρόλο του Τουρίντου, ο οποίος παρέμεινε σε μία σπιρτόζικη και γεμάτη ενέργεια σκηνική παρουσία, χωρίς όμως να εντυπωσιάζει, και την χαρακτηριστικά αντιθετική υφολογικά σε σχέση με την πρωταγωνίστρια, Mama Lucia-Αλεξάνδρα Παπατζιάκου. Αισθητή υπήρξε, παρά το μικρό μέγεθος του ρόλου της, η πάντα καλή Βικτώρια Μαϊφάτοβα.
Πέρα από την πολύ πετυχημένη σκηνογραφική επιμέλεια, η σκηνοθεσία του Gian Carlo del Monaco κινήθηκε σε συντηρητικά πλαίσια τονίζοντας στατικά τη δράση στο στενό και περιορισμένο οπτικά περιβάλλοντα χώρο.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει δικαιωματικά στην παρουσία της Κρατικής Ορχήστρας που υπό την καθοδήγηση του Νίκου Αθηναίου, ανταποκρίνεται πλήρως και με επιτυχία στις προσαρμοσμένες απαιτήσεις μιας οπερατικής παράστασης, τονίζοντας την ευελιξία και παράλληλα την ικανότητα των συντελεστών της.
Η μεγάλη έκπληξη της βραδιάς απαντήθηκε στα πρόσωπα του χορού, όπου τα μέλη της Χορωδίας Θεσσαλονίκης, υπό τις διδασκαλίες της Μαίρης Κωνσταντινίδου, χρωμάτισαν το περιεχόμενο του έργου με πινελιές ερμηνευτικής ποιότητας. Η σκηνική παρουσία του ερασιτέχνη χορού, διακρίθηκε για τη ξεχωριστή και ουσιώδη μουσική του συνεισφορά που εντύπωσε με επαγγελματισμό και εμπειρία, ζωντανές μελωδικές εικόνες στους ακροατές.
Σημείωση: Τα αποσπάσματα είναι από συνέντευξη της κ. Μπάλτσα που δόθηκε στο μουσικοκριτικό κ. Νίκο Δοντά.

"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ", 3 Νοεμβρίου 2003.