Επιβλητική η Μπάλτσα σε λειψή βραδιά όπερας Στη Θεσσαλονίκη


Kριτική του Νίκου Α. Δοντά
Kυριακή, 30 Nοεμβρίου 2003

Μία από τις πιο αγαπητές όπερες, τον "Αγροτικό Ιπποτισμό" ("Cavalleria Rusticana") του Πιέτρο Μασκάνι κλήθηκε να ερμηνεύσει στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης η Αγνή Μπάλτσα. Παγκοσμίως, λόγω της σύντομης διάρκειάς του –μόλις εβδομήντα λεπτά- το μονόπρακτο έργο παρουσιάζεται μαζί με κάποια άλλη όπερα ανάλογης διάρκειας και αισθητικής. Oχι στη Θεσσαλονίκη, παρότι υπήρχαν λύσεις. Το ταίριασμα με την "Τερέζ" του Μασνέ (που βρίσκεται στο ρεπερτόριο της Μπάλτσα) ή με το "Κορίτσι απ’ την Ναβάρα" (που ο Μασνέ συνέθεσε υπό την έντονη επιρροή του "Αγροτικού Ιπποτισμού") θα διατηρούσαν τη διάσημη Eλληνίδα μεσόφωνο στο επίκεντρο της βραδιάς και, ταυτόχρονα, θα προσέφεραν στο κοινό εμπειρία πολύ πιο ουσιώδη, ποιοτικά και ποσοτικά.
Oπως ήταν αναμενόμενο, η παράσταση του ΜΜΘ, που παρακολούθησα στις 2 Νοεμβρίου, στήθηκε γύρω από τη διάσημη πρωταγωνίστρια. Η Αγνή Μπάλτσα παρέμεινε στην σκηνή καθ’ όλη τη διάρκεια της όπερας. Η επιβλητική παρουσία της δέσποζε και η εμπειρία της ήταν εμφανής στον τρόπο με τον οποίο ανταπεξήλθε τόσο στις φωνητικές όσο και στις υποκριτικές απαιτήσεις του ρόλου. Απείχε από τις συνήθεις φωνητικές ακρότητες, απέφυγε στερεότυπα, πόζες και μελοδραματισμούς. Eπλασε έναν ανθρώπινο χαρακτήρα, που χειρίστηκε τις καταστάσεις με κινητήρια δύναμη όχι την εκδίκηση αλλά τον πληγωμένο έρωτα.
Πλάι της, ο αμερικανός τενόρος Ράντολφ Λοκ ως προς την εμφάνιση παρέπεμπε περισσότερο σε καλοβολεμένο σύζυγο παρά σε πολυπόθητο εραστή, ενώ το τραγούδι του ήταν κυρίως στεντόρειο και ακατέργαστο. Σκηνικά και φωνητικά πειστικοί ήταν ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός και η Αλεξάνδρα Παπατζιάκου ενώ το ρόλο της "πέτρας του σκανδάλου" ερμήνευσε η Ελένη Λιώνα. Τη Χορωδία Θεσσαλονίκης, τα μέλη της παιδικής χορωδίας Αγ. Τριάδος και την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης διηύθυνε ο Νίκος Αθηναίος παρακολουθώντας τις απαιτήσεις των μονωδών και δίνοντας θεατρικό ρυθμό στην παράσταση.
Σκηνοθετικές αστοχίες
Εκτός της Μπάλτσα, που, πιθανότατα, οδηγήθηκε από προηγούμενες ερμηνείες της, η σκηνοθεσία του Τζανκάρλο ντελ Μόνακο υπήρξε από συμβατική έως αψυχολόγητη: η τελική, ιδιωτική στιγμή αποχαιρετισμού, κατά την οποία ο γιός (Λοκ), ευρισκόμενος στην πλατεία, απευθυνόταν στην μάνα του (Παπατζιάκου), που βρισκόταν στο μπαλκόνι του σπιτιού (!), έμοιαζε τουλάχιστον παράλογη. Το μετωπικό σκηνικό (Μάικλ Σκοτ) υποβάθμισε το βασικό σύμβολο της όπερας, την εκκλησία, που σχετίζεται άμεσα με τον ιδεολογικό πυρήνα του έργου (αμαρτία, αφορισμός κλπ). Τα κοστούμια, όλα μαύρα, γεννούσαν ερωτήματα, καθώς η όπερα διαδραματίζεται πρωινό Κυριακής του Πάσχα. Ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες –όπως το "κρυφοκοίταγμα" μιας γειτόνισσας απ’ το παράθυρο- έμειναν ανεκμετάλλευτες.