Μελοδραματικές επιτυχίες του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης

 

Ο "Ριγκολέτος", η πρώτη μεγάλη εφετινή παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, απέδειξε για άλλη μια φορά το μέγεθος του συντελουμένου έργου. Αν και νεοσύστατος οργανισμός, κατόρθωσε με την επιτυχή διοικητική του επάνδρωση, το πνεύμα καλλιτεχνικής αυστηρότητας και την τεχνολογική του υποδομή, να καταστεί ο εγκυρότερος μουσικός φορέας της Βόρειας Ελλάδος. Με τις μετακλήσεις εξεχόντων καλλιτεχνών και συγκροτημάτων, φέρνει στα πόδια των Θεσσαλονlκέων την εγκυρότερη μουσική Ευρώπη, ενώ με τις παραγωγές του και τη συνεργασία ξένων και ντόπιων καλλιτεχνών διαμoρφώνει ένα νέο και υγιές φιλόμουσο κοινό. Ο προχθεσινός "Ριγκολέτος" ήταν μία ακόμη παραγωγή υψηλής ποιότητας. Η άριστη επιλογή των θεατρικών και μουσικών συντελεστών, η αξιoσύνη και ο ενθουσιασμός τους, συνετέλεσαν στο να επιτευχθεί ένα οπτικοακουστικό ολοκλήρωμα που ανεδείκνυε τόσο τις δραματουργικές όσο και μουσικές αρετές του έργου. Η Κρατική Θεσσαλονίκης υπό τον Ν. ΑθηναΙο, με υποβλητικά πιανίσιμα, λαμπερά φορτίσιμα, ανοίγματα, κλεισίματα και διαφοροποιήσεις ηχητικών όγκων, υπογράμμιζε χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της παρτιτούρας, με τις οποίες προετοίμαζε, ενίσχυε και ολοκλήρωνε τις συναισθηματικές στιγμές των διαδραματιζομένων.

Σωστό κλίμα

Οι τραγουδιστές, κινούμενοι στα πλαίσια του μουσικού πνεύματος του Ν. Αθηναίου, απέφευγαν τις φωνασκίες και τους μελοδραματισμούς, έπαιζαν αυτά που τραγουδούσαν και δημιουργούσαν με τους σωστούς τόνους της υποκρίσεώς τους, κλίμα μουσικής ανθρωπιάς. Ο lγκόρ Μορόζοφ, ηρωική και αυθεντική φωνή, ολοκλήρωσε αξιέπαινα το ρωμαλέο ρόλο του τραγικού γελωτοποιού. Τα αρκετά ντετοναρίσματά του ασφαλώς θα οφείλονται σε κάποια κόπωση. Ο τενόρος Φερν. Πορτάρι απέδωσε με ευχάριστη και άνετη φωνή τον χωρίς ιδιαίτερες υποκριτικές απαιτήσεις ρόλο του Δούκα.
Βεβαίως και ο ρόλος της Τζίλντας δεν είναι βεβαρημένος υποκριτικώς, είναι όμως βεβαρημένος μουσικώς, γεγονός που έδωσε την ευκαιρία στη Βασιλική Καραγιάννη να επιδείξει τον πλoύτo, το εύρος και την ποιότητα των φωνητικών της ικανοτήτων. Υπογραμμίζω την εξαιρετική εργασία τόσο της Μ. Κωνσταντινίδου όσο και των άξιων χορωδών της.
Το ότι κατόρθωσε να τραγουδούν χωρίς να βλέπουν τον μαέστρο ήταν ένα ακόμη αποδεικτικό της σοβαρής μουσικής και σκηνικής προετοιμασίας τους. Απολύτως ικανοποιητικά ήσαν επίσης τα όσα προσέφεραν στην παράσταση οι: Ν. Καπέτας, Κ. Κατσάρας, Μ. Βλαχοπούλου, Δ. Ναλμπάντης, Χαρ. Γκλαβοπούλου, Μαν. Παπαδάκης και ιδιαίτερα η Βικτ. Μαϊφάτοβα.
Αν και η παράσταση ήταν θεατρολογικώς ατμοσφαιρική, με ρυθμό, συνοχή και ομοιογένεια συμπεριφοράς ηθοποιών, εντούτοις ορισμένα στιγμιότυπά της αντιμετωπίσθησαν από τον σκηνοθέτη Πολ Φουρνί, αβασάνιστα.
Τη ζωηρότητα και την κραιπάλη του γλεντιού των ανακτόρων της πρώτης πράξεως, τη δίνει η κινητικότητα της χορωδίας, το παίξιμο των χορωδών και η πολυχρωμία των οπτικών μέσων και όχι η χυδαία ομαδική σεξουαλική πράξη καταμεσής της σκηνής.

Η Τζιοβάνα


Ο σεξουαλικός νατουραλισμός σε όπερα του Βέρντι, δεν είναι μόνο αισθητική ακρότητα, αλλά και παρανόηση του ήθους και του πνεύματοςτης μουσικής του Βέρντι αυτής της περιόδου. Η παραμάνα Τζιοβάνα είναι το σημείο εκκινήσεως των τραγικών γεγονότων.
Δεν είναι κωμική φιγούρα, είναι ένα άπληστο, παραδόπιστο, ύπουλο, καχύποπτο πλάσμα, που με το διπλό παιχνίδι της εξωθεί συνειδητά και εν γνώσει των συνεπειών, την παιδική αθωότητα καθώς και τα πρόσωπα που την περιβάλλουν, στην καταστροφή.
Δεν είναι λοιπόν κωμική φιγούρα, αλλά μια καρατερίστικη δύσκολη σε σκιτσάρισμα μορφή, που τελικώς παρεμόρφωσε ο σκηνοθέτης.
Στην Τρίτη πράξη το κρησφύγετο του δολοφόνου Σπαραφουτσίλε, είναι υποτίθεται ένα ξύλινo απoμονωμένο xαμαιτυπείo, μαυρισμένo από την υγρασία του ποταμού κ.λπ. Ο σκηνογράφος Μ. Σκοτ, αντ' αυτού, έφτιαξε μιαν αντιλειτουργική λίθινη διώροφη "παβιγιόν" αναγκάζoντας τους ηθοποιούς να παίζουν "κρυφτούλι ", κατά τρόπο τελείως αφελή.
Στο φινάλε η εμφάνιση του πνεύματος της Τζίλντας, ενώ ήταν ακόμη ζωντανή, στον πρώτο όροφο της "παβιγιόν", ήταν μια τελείως θεατρινίστικη υπερβολή χωρίς νόημα.
Ο Ριγκολέτος είναι θεατρικό σύμβολο αυστηρώς καθορισμένων σωματολογικών προδιαγραφών.
Είναι κοντός, καμπούρης, κουτσός, στραβοκάνης και άσχημος. Ο lγκ. Μορόζοφ πανύψηλος, ανδροπρεπέστατος και ρωμαλέος, στην προσπάθειά του να γίνει όλα τα προαναφερθέντα, γινόταν μοιραίως άγαρμπος, δύσκαμπτος, ένα απλό σκιτσάρισμα του τραγικού συμβόλου.
Οι λιγες αυτές καλοπροαίρετες μικροπαρατηρήσεις απευθύνονται σε εκείνους που πιστεύουν ακόμη ότι οι λεπτομέρειες είναι αυτές που καθορίζουν την ποιότητα.


Κώστας Χαραλαμπίδης - ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ (Ρίζου)  16/10/2002