Επιτυχημένος "Ριγολέτος"


Εξαιρετική η Καραγιάννη στη Θεσσαλονίκη
 

Μία θαυμάσια παραγωγή του "Ριγολέτου" του Τζουζέπε Βέρντι εγκαινίασε την καλλιτεχνική περίοδο του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, επιβεβαιώνοντας πως στη συμπρωτεύουσα τα βήματα σχεδιάζονται προσεκτικά, με βάση τις ανάγκες της μουσικής ζωής της πόλης.
Η σκηνοθεσία του Βέλγου Πολ-Εμίλ Φουρνί συνταίριαξε την κλασική, οπερατική προσέγγιση με ορισμένα εύστοχα θεατρικά ευρήματα. Aφηνε ανεμπόδιστους τους τραγουδιστές να ασχοληθούν πρωτίστως με τη μουσική, ενώ επέλυσε με ευρηματικό τρόπο το προβληματικό τέλος της όπερας, όπου, σύμφωνα με το λιμπρέτο, η ηρωίδα εξακολουθεί να τραγουδά επί αρκετά λεπτά ενώ πεθαίνει: κατά τον Φουρνί, η σκηνή διαδραματίζεται μονάχα στο μυαλό του άτυχου πατέρα – Ριγολέτου, που κρατάει νεκρή την κόρη του, ενώ η φωνή της υψιφώνου απαντά, εξαϋλωμένη, από ψηλά. Σκηνικά και κοστούμια του Μάικλ Σκοτ επιχειρούσαν αναφορές στα αντίστοιχα της πρώτης παρουσίασης το 1851, συνδυάζοντας ρεαλισμό και αφαίρεση όχι πάντοτε με επιτυχία.
Στις 5 Οκτωβρίου, από την ισορροπημένη διανομή ξεχώρισε χωρίς δυσκολία η Τζίλντα της Βασιλικής Καραγιάννη. Με φωνή απόλυτης καθαρότητας, τονικά ακριβή, δεξιοτεχνικά ασφαλή, με τον απαραίτητο όγκο στις μεσαίες νότες, μεγάλη άνεση στην περιοχή της φωνητικής στρατόσφαιρας αλλά εξίσου φυσικά περάσματα σε χαμηλές νότες, η υψίφωνος μπόρεσε ανενόχλητη να προχωρήσει στην ψυχολογική σκιαγράφηση του ρόλου. Η Τζίλντα της, τρυφερή, γλυκιά και ειλικρινής, αναπτύχθηκε με τέχνη από την αρχική, σχεδόν παιδική αθωότητα ώς τη δραματική κατάληξη.
Το υπέροχο ηχόχρωμα της φωνής του Φερνάντο Πορτάρι ήταν γνωστό και από την παραγωγή της "Παραστρατημένης", το 2001. Ως δούκας της Μάντουας, ο Αργεντινός τενόρος επιβεβαίωσε εκ νέου την ικανότητά του να τραγουδά με ιδιαίτερη ευαισθησία τη λυρική μουσική. Αντίθετα, απουσίαζε η επιθυμητή λάμψη και ενέργεια για τις γοργές σελίδες της παρτιτούρας.
Ο Ουκρανός βαρύτονος Iγκορ Μορόζοφ διέθετε τη ρωμαλέα φωνή, το ύφος και την πληθωρική σκηνική παρουσία για τον ρόλο του τίτλου. Την γενικώς θετική συνεισφορά του σκίασαν μονάχα ορισμένα προβλήματα ακρίβειας τονικού ύψους. Στα διάσημα σύνολα της τρίτης πράξης συνέβαλε καθοριστικά τόσο η τραχιά φωνή του Κωνσταντίνου Κατσάρα (Σπαραφουτσίλε) όσο και ο πλούσιος και βαθύς ήχος της γοητευτικής Βικτόριας Μαϊφάτοβα.
Διευθύνοντας την Κρατική Ορχήστρα και τη Χορωδία Θεσσαλονίκης ο Νίκος Αθηναίος ανταποκρίθηκε συνολικά με επιτυχία στις ανάγκες των μονωδών και στις απαιτήσεις του έργου, ιδιαίτερα στα λυρικά μέρη και στα σύνολα. Μονάχα ορισμένες σβέλτες ταχύτητες σε τελικά γοργά μέρη πίεζαν σολίστες και χορωδούς, ενώ, επιπλέον, "σκόνταφταν" στον μεγάλο χρόνο αντήχησης της αίθουσας.

Ν. Δοντάς - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 20/10/2002