"Ριγκολέτο" στη Θεσσαλονίκη
Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ
Ανταποκρινόμενη με αύξοντα ενθουσιασμό στις παράλληλες δραστηριοποιήσεις βασικών
μουσικών φορέων, η συμπρωτεύουσα σπεύδει με σταθερά βήματα να καλύψει τα
οπερατικά κενά της: στον πρόσφατο "Φιντέλιο", προστέθηκε τώρα και ο βερντιανός
"Ριγκολέτο", που παρουσιάστηκε έξι φορές στο διάστημα 29/9 έως 9/10 στο Μέγαρο
Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Μετά την "Τραβιάτα" (2001) και την "Κάρμεν" (2002), αυτή ήταν η τρίτη νέα
παραγωγή βασικού αριστουργήματος της λυρικής εργογραφίας που ανεβαίνει στη σκηνή
του ΟΜΜΘ. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε από την παράσταση της 5/9 υπήρξαν
θαυμάσιες. Αντίστοιχα θερμές ήσαν και οι εκδηλώσεις του κοινού!
Σεμνή παρουσία
Το ακρόαμα υπήρξε ισορροπημένο και ομοιογενές, με επίκεντρο ένα φωνητικά και
σκηνικά ισοβαρές πρωταγωνστικό τρίο. Λαμπρό αστέρι της παράστασης πρόβαλε
αναμφίβολα η υψίφωνος Βασιλική Καραγιάννη (Τζίλντα). Η σεμνή, δροσερή σκηνική
της παρουσία σε συνδυασμό προς το τελειοθηρικά ολοκληρωμένο τραγούδι της
συνέκλιναν σε μια θαυμάσια αναβίωση του ρόλου, απόλυτα πειστική δραματικά και
μουσικά.
Κρυστάλλινη καθαρότητα, αψεγάδιαστη τονική ακρίβεια, καλόγουστη μελωδική
φραστική, κέντρο και έκταση φωνής που άνθιζε στα ιδανικά ύψη για την παρτιτούρα,
πρόσφεραν διαρκή και ανεπιφύλακτη απόλαυση. Με την πληθωρική, ελευθεριάζουσα
σκηνική ακτινοβολία ενσάρκωσε τον ερωτύλο Δούκα της Μάντοβα ο Αργεντινός
οξύφωνος Φερνάντο Πορτάρι, ένας τραγουδιστής με πλούσια, ομοιογενή νεανική φωνή,
ιδιότυπα μαλακή και γλυκιά.
Ο εύπλαστος, σχεδόν μοτσάρτιος ήχος του ταίριαζε έξοχα προς αυτόν της Ελληνίδας
υψιφώνου παρ' ότι το έλλειμμά του σε αιχμηρότητα έγινε αισθητό στα πολυμελή
σύνολα. Διαθέτοντας σωστό μέγεθος και χροιά φωνής, αλλά με περιστασιακά
μικροπροβλήματα τονικής διακύμανσης, ο Ουκρανός βαρύτονος Ιγκόρ Μορόζοφ
ενσάρκωσε τον τραγικό καμπούρη γελωτοποιό με συμβατικό μεν, αλλά αφειδώλευτο
πάθος. Οι σύντομες, αλλά ολοκληρωμένες συμμετοχές του βαθύφωνου Κ. Κατσάρα
(Σπαραφουτσίλε) και της μεσοφώνου Β. Μαϊβάτοφα (Μανταλένα) συνεισέφεραν στο
κρίσιμο κουαρτέτο της γ' πράξης με το σωστό μουσικό και δραματικό βάρος.
Ακριβής και καλοεστιασμένος υπήρξε ο ήχος της Χορωδίας Θεσσαλονίκης. Αν
εξαιρέσουμε την πρώτη σκηνή της όπερας, όπου υπήρξαν περαστικά, αλλά φανερά
προβλήματα συντονισμού ορχήστρας και φωνών, ο αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός
διευθυντής του ΟΜΜΘ Νίκος Αθηναίος διηύθυνε την παράσταση με το σωστό σφρίγος
και ύφος. Η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης ανταποκρίθηκε με υψηλό επαγγελματισμό.
Το θέαμα ήταν συμβατικό. Αισθητικά ετερογενή, τα σκηνικά του Μάικλ Σκοτ
κυμάνθηκαν δίχως ιδιαίτερη συνέπεια μεταξύ εύστοχου συμβολισμού εκφρασμένου με
στοιχεία υπαινικτικής αφαίρεσης (γιορτή, δουκικός κοιτώνας) και κάπως άτεχνου
ψευδορεαλισμού (οικία Ριγκολέτο, ταβερνείο Σπαραφουτσίλε). Συμβατικώς ιστορικά
και καλόγουστα υπήρξαν τα κοστούμια. Συμβατική, αλλά σαφής και λειτουργική, η
σκηνοθεσία του Πολ Εμίλ Φουρνί κορυφώθηκε έξυπνα αποδίδοντας ως μεταθανάτια τη
φωνητική παρουσία της μαχαιρωμένης Τζίλντα στο τελικό ντουέτο με τον Ριγκολέτο.
ΥΓ.: Με την ευκαιρία της επίσκεψης είδαμε στον ίδιο χώρο και την εξαιρετικά
ενδιαφέρουσα έκθεση της συλλογής Ιταλού συλλέκτη με γνωστό και άγνωστο
φωτογραφικό υλικό από τη ζωή και τη σταδιοδρομία της Κάλλας.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 09/10/2002