Η Θεσσαλονίκη τιμά την Κάλλας

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Την Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου, παρακολουθήσαμε το φετινό αφιέρωμα του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης στη μνήμη της Μαρίας Κάλλας. Επρόκειτο για ένα ρεσιτάλ όπερας, με άξονα την πρώτη καλλιτεχνική παρουσία της μεσοφώνου Βεσελίνα Κασάροβα στη χώρα μας. Δίπλα της τραγούδησε ο τενόρος Εμίλ Ιβάνοφ. Αμφοτέρους συνόδευσε η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης υπό τον Νίκο Αθηναίο.

Η επιλογή υπήρξε πολλαπλά εύστοχη: κινούμενοι ένα βήμα μπροστά, οι υπεύθυνοι προσκάλεσαν μια απολύτως κορυφαία λυρική τραγουδίστρια των ημερών μας που μεσουρανεί σε κεντροευρωπαϊκές λυρικές σκηνές και φεστιβάλ (Πέζαρο, Ζάλτσμπουργκ). Επιπλέον, το καλλιτεχνικό στίγμα της Κασάροβα, τόσο σε καθαρά μουσικό όσο και σε ερμηνευτικό/δραματικό επίπεδο, αποτελεί ένδοξη, σύγχρονη συνέχεια και κατά συνέπεια δικαίωση των όσων ανεκτίμητων πρόσφερε στο χώρο της όπερας η τιμώμενη Ελληνίδα ντίβα. Ωστόσο, δυσεξήγητα, το μεγάλο, αναμφίβολα πολυέξοδο αυτό βήμα έγινε μισό. Η ανθολογία από οπερατικές άριες που ακούσαμε δεν ήταν επικεντρωμένη στους συνθέτες για τους οποίους είναι κυρίως διάσημη η Κασάροβα, δηλαδή τους Μότσαρτ, Ροσίνι, Ντονιτσέτι. Αντ' αυτών προβλήθηκαν κυρίως (ως πλέον δημοφιλείς;) οι Γάλλοι ρομαντικοί Μασνέ και Μπιζέ, τους οποίους η διάσημη μεσόφωνος τραγουδά εξ ίσου καλά, παρ' ότι αναμφίβολα κάνοντας τις επιλογές που υπαγορεύει η φωνή της.
Η συναυλία άνοιξε με "Κουρέα της Σεβίλης": πρώτα με την εισαγωγή σε μια ερμηνεία μπετοβενικού μάλλον παρά ροσίνειου βάρους, ακολούθως με την άρια της Ροζίνας σε μια υφολογικά εύστοχη, γεμάτη χάρη ερμηνεία από την Κασάροβα. Τη σκυτάλη παρέλαβε ο τενόρος τραγουδώντας με ακρίβεια και αμεσότητα την πασίγνωστη άρια του τενόρου από την "Αρλεζιάνα" του Τσιλέα.

Αναμφίβολα απολαυστικότερο μέρος, αν όχι κέντρο βάρους της συναυλίας, υπήρξαν τα αποσπάσματα από τον "Βέρθερο" του Μασνέ (Πρελούδιο, άρια της Σαρλότ γ' πράξης, ντουέτο δ' πράξης). Εδώ, τόσο η απόδοση των εκτενών εισαγωγικών ορχηστρικών σελίδων από την ΚΟΘ και τον Αθηναίο όσο και το τραγούδι των δύο μονωδών άγγιξε το ιδανικό: έξοχες, μουσικά ακριβείς, δραματικά ευαίσθητες και ισορροπημένες φωνητικές ερμηνείες, αλλά και χυμώδης, ρωμαλέος συμφωνικός ήχος πρόσφεραν μία υποδειγματική άκρως ελκυστική εισαγωγή στο εγχωρίως άγνωστο κεφάλαιο της μουσικής του Μασνέ.

Το δεύτερο μέρος ξεκίνησε με το αβαρές ορχηστρικό Ιντερμέτζο από την "Αδελφή Αγγελική" του Πουτσίνι. Αμέσως μετά ο τενόρος Εμίλ Ιβάνοφ τραγούδησε την πρώτη άρια του Μάριο από την "Τόσκα". Την υπόλοιπη διάρκεια κάλυψαν αποσπάσματα από την υπερδημοφιλή "Κάρμεν" (Εισαγωγή και Ιντερμέτζο γ' πράξης, Χαμπανέρα της Κάρμεν α' πράξης, άρια του Ντον Ζοζέ β' πράξης, τελικό ντουέτο). Αναμφίβολα διαλεγμένα για να προσελκύσουν το πλατύ κοινό, τα αποσπάσματα αποδείχθηκαν -κατά το προβλεπόμενο- ιδανικά για τον τενόρο, αλλά μάλλον άστοχα για τη μεσόφωνο. Καθώς το κέντρο βάρους της φωνής της είναι αρκετά διαφορετικό από αυτό του ρόλου, ειδικά στο κρίσιμο τελικό ντουέτο, το μουσικό αποτέλεσμα έπασχε από έλλειψη ισορροπίας τόσο δυναμικής όσον και -αναπόφευκτα- δραματικής.

Αυτών λεχθέντων, πέρα από οποιαδήποτε επί μέρους αξιολόγηση, το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης κερδίζει ένα ανεπιφύλακτο "μπράβο" για την τόλμη του να γνωρίσει -επιτέλους!- στο φιλόμουσο ελληνικό κοινό μία κορυφαία λυρική τραγουδίστρια του παρόντος, από αυτές που κρατούν τη λυρική τέχνη ολοζώντανη στην εμπροσθοφυλακή της ευρωπαϊκής μουσικής ζωής.

ΥΓ. Για πολλοστή φορά έγιναν αισθητά κάποια -διορθώσιμα- προβλήματα στην ακουστική της αίθουσας. Οι υπερβολικοί χρόνοι αντήχησης και η αδιαφοροποίητη δυναμική ενίσχυση συχνοτήτων προκαλούν ηχητική συμφόρηση, διαμορφώνοντας θολό ορχηστρικό ήχο. Οι αιτίες φαίνεται να είναι δύο τύπων: (α) ανεπάρκεια πρισματικών επιφανειών στα πλάγια, στις οροφές και, κυρίως, στο προσωρινά επίπεδο βάθος της σκηνής (αλήθεια, πότε θα αποκτήσει εκκλησιαστικό όργανο η αίθουσα;) που θα εξασφάλιζαν ελεγχόμενη πολυδιάσπαση των ανακλάσεων, (β) ανεπαρκής εφαρμογή επιλεκτικής απορρόφησης συχνοτήτων. Αμφότερα είναι αντιμετωπίσιμα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 24/09/2003