Η "Κάρμεν" της Θεσσαλονίκης
Ηχοι ζωντανοί - Κριτική του Γιάννη Σβώλου
Τη Δευτέρα 29 Οκτωβρίου παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη την όπερα "Κάρμεν" σε
νέα παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής της συμπρωτεύουσας. Στο ανέβασμα της
δημοφιλούς όπερας του Μπιζέ συμμετείχαν η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, η
Χορωδία της Οπερας της Στάρα-Ζάγκορα, η Χορωδία Θεσσαλονίκης, η Παιδική Χορωδία
Αγίας Τριάδας, ξένοι και Ελληνες μονωδοί υπό τον αρχιμουσικό Νίκο Αθηναίο. Παρ'
ότι φορτισμένη με υπερβάλλοντα σκηνοθετικό επισχολιασμό, μουσικά η παράσταση
ήταν θαυμάσια.
Διατηρώντας μια επιλεκτικά χαλαρή σχέση προς τη συμβατικά ρεαλιστική
πραγματικότητα, η σκηνοθεσία του Νίκολας Τρίις προσέγγισε την οικεία ιστορία
προσθέτοντας παράλληλα επίπεδα "επεξηγήσεων" που οπτικοποίησαν σκηνικά σαφώς
περισσότερα απ' όσα προβλέπει, υπονοεί (και ίσως αντέχει) ο Μπιζέ. Το αποτέλεσμα
ήταν συνωστισμός της σκηνικής δράσης και, αναπόφευκτα, αποσυντονισμός της
προσοχής του θεατή σε μουσικώς κρίσιμα σημεία της όπερας. Ιδιαίτερα η εμμονή στη
στυλιζαρισμένη δραματοποίηση των ορχηστρικών εισαγωγών κάθε πράξης -και όχι
μόνον- με παντομίμα ή/ και χορό φλαμένκο στις ομολογουμένως θαυμάσιες
χορογραφίες της Ματίλντε Ρούμπιο, εισήγαγε μια εστία παρα-μουσικής ενόχλησης
αλλά και αισθητικής παρατυπίας (ανάμιξη του ιστορικού, συμφωνικού, έμμεσου
φολκλορισμού του Μπιζέ με τον ανιστορικό νεοφολκλορισμό του "ισπανικού χορού")
διαταράσσοντας την όλη ισορροπία πρόσληψης του έργου. Εύστοχα επισημασμένα με
τις σωστές ιστορικοαισθητικές αναφορές, το τραχύ, πολυτοπικό σκηνικό Λορέντσο
Κουτούλι και τα κατά βάση ιστορικά κουστούμια της Γκέρα Γκραφ πρόσφεραν ένα
υποβλητικό, λειτουργικό πλαίσιο στις προθέσεις του σκηνοθέτη.
Το ακρόαμα ήταν ομοιογενές και υψηλού επιπέδου. Η Ρουμάνα μεσόφωνος Λιλιάνα
Ματέι ενσάρκωσε μια θαυμάσια Κάρμεν που συνδύασε ιδανική σκηνική παρουσία και
μουσική απόδοση: νέα, χυμώδης, πειστικά αισθησιακή, με φωνή πλούσια, υγιής και
σωστά εστιασμένη, πρόσφερε ένα τραγούδι ισορροπημένων μουσικοδραματικών
φορτίσεων δίχως περιττούς μανιερισμούς. Φωνητικά και σκηνικά ισάξιος Δον Χοσέ
στάθηκε απέναντί της ο Βούλγαρος τενόρος Κονσταντίν Αντρέεφ. Οι δυο τους
ενσάρκωσαν πειστικά το αδιέξοδο, αντιθετικό ζευγάρι της ανυπότακτης, μοιραίας
Τσιγγάνας και του αναπόδραστα παγιδευμένου στον έρωτα στρατιώτη. Γύρω τους ο
σκηνοθέτης ανέπτυξε τη δράση των λοιπών ρόλων που υπηρετήθηκαν πολύ καλά από
φωνητικά ισοβαρείς και ομοιογενώς στυλιζαρισμένες μουσικοδραματικές επιδόσεις. Η
Μ. Βουλογιάννη τραγούδησε μια πολύ καλή Μικαέλα παρ' ότι σκηνικά ίσως υπερβολικά
γραφική, ο Εσκαμίγιο του Α. Παπαγιαννόπουλου διέθετε ασφαλώς το σκηνικό
παράστημα και τη φωνή που απαιτεί ο ρόλος, αλλ' όχι το πλήρες δραματικό μέγεθος,
ενώ από τους λοιπούς ρόλους ασφαλώς ξεχώρισε για τη μουσικότητα, τη ζωντάνια και
τη σκηνική του ευκινησία ο Ντανκάιρε του Χ. Αδριανού. Αφανής υποστηρικτής του
όλου, ο Νίκος Αθηναίος ζωντάνεψε τη χιλιοπαιγμένη παρτιτούρα του Μπιζέ με το
δέοντα δυναμισμό αλλά και με ευγένεια που μαρτυρούσε την πίστη του στις καθαρά
μουσικές της αξίες.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 07/11/2001