Η Μαντάμα Μπατερφλάι καταντικρύ στον Θερμαϊκό

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Την προπερασμένη εβδομάδα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη φιλοξένησαν πρεμιέρες οπερών του Πουτσίνι με ηρωίδες εξ Απω Ανατολής. Μετά την Τουραντότ του αθηναϊκού Μεγάρου Μουσικής, σειρά έχει σήμερα η Μαντάμα Μπατερφλάι που παρουσιάστηκε στις 12/4 στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.

Δύο (ξένοι) κόσμοι αντιμέτωποι: η εύθραυστη γκέισα Μαντάμα Μπατερφλάι (Μαρούσα Ξυνή) σε γαμήλιο τετ-α-τετ με τον Αμερικανό αξιωματικό Πίνκερτον (Κάρλο Σκιμπέλι) από την πουτσίνεια "Μαντάμα Μπατερφλάι" του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης
Στην παραγωγή συμμετείχαν Ελληνες και ξένοι μονωδοί, η ΚΟΘ και η Χορωδία Θεσσαλονίκης υπό Ιταλό αρχιμουσικό. Επρόκειτο για παλαιότερη παραγωγή του λυρικού θεάτρου της Γένοβας, που αναβίωσε το Μέγαρο της συμπρωτεύουσας με νέα διανομή και εξ αρχής διδαχή σκηνοθεσίας. Οι συνολικές εντυπώσεις κινήθηκαν στους αντίποδες αυτών που άφησε η αθηναϊκή Τουραντότ: Εδώ ακρόαμα και θέαμα ισορρόπησαν αβίαστα, δένοντας μεταξύ τους σε πλήρη αρμονία, με θαυμαστή αισθητική και δραματική οικονομία, δίχως υπερβάσεις ή αστοχίες.

Το ακρόαμα υπηρετήθηκε από μία και μοναδική διανομή με επίκεντρο ένα ικανότατο πρωταγωνιστικό ζεύγος τραγουδιστών, πλαισιούμενο στους υποστηρικτικούς ρόλους από μια ισορροπημένη, ομοιογενή πυραμίδα μονωδών. Αμφότεροι οι πρωταγωνιστές επιστράτευσαν το μέγιστο των δυνάμεών τους ανταποκρινόμενοι στις μουσικές και δραματικές απαιτήσεις ρόλων που προϋποθέτουν φωνές μεγαλύτερες, με κέντρο βάρους διαφορετικό από αυτό των δικών τους. Ξεπερνώντας γρήγορα ένα μικρό, αρχικό τρακ, η υψίφωνος Μαρούσα Ξυνή (Μαντάμα Μπατερφλάι) αξιοποίησε τη γλυκιά, υγιή φωνή της και την άρτια τεχνική της στη διάπλαση μιας αριστοτεχνικά μανιεριστικής μελωδικής φραστικής, προσφέροντας ένα τραγούδι γεμάτο μουσικότητα, εύηχο, ταιριαστό στο ύφος του Πουτσίνι. Τη συμμετοχή της ολοκλήρωσε μια σκηνική παρουσία άψογα συντονισμένη προς τα "εξωτικά" συμφραζόμενα του έργου. Αν και το τραγούδι του ως μονωδού πρόβαλε κάπως τραχύ και περιστασιακά ατελές από άποψη φραστικής, ο τενόρος Κάρλο Σκιμπέλι ενσάρκωσε έναν Πίνκερτον στιβαρό, δραματικά όχι ασύμβατο προς την προσωπικότητα του ρόλου. Τους βαρύνοντες υποστηρικτικούς ρόλους της πιστής Σουζούκι και του πρέσβη Σάρπλες έφεραν επάξια η μεσόφωνος Βικτώρια Μαϊφάτοβα -κάθε παρουσία της είναι πηγή καθαρής απόλαυσης- και ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός αντίστοιχα. Ο Δημήτρης Ναλμπάντης απέδωσε με πειστικότητα το μόνο αμιγώς αρνητικό ρόλο της όπερας, τον προξενητή-προαγωγό Γκόρο. Τις περαστικές παρουσίες-κλειδιά του πρίγκιπα Γιαμαντόρι και του ιερέα Μπόνζο ενσάρκωσαν αξιοπρεπώς ο Γιώργος Κανάρης και ο Κωνσταντίνος Κατσάρας. Επαγγελματικού επιπέδου ήταν η συμμετοχή της Χορωδίας Θεσσαλονίκης στην πρώτη πράξη. Εχοντας συναίσθηση των ιδιαιτεροτήτων της πουτσίνειας εκφραστικής παλέτας, ο αρχιμουσικός Μαρτσέλο Πάνι άντλησε από την ΚΟΘ έναν ήχο αισθησιακό, διάφανο και εύπλαστο, προσφέροντας στο οριενταλιστικό δράμα το ιδανικό ατμοσφαιρικό ένδυμα, ενώ στήριξε με επαγγελματισμό τους μονωδούς.

Τη σφαιρική πληρότητα της παραγωγής συμπλήρωσε το οπτικό μέρος. Αποφασιστικός παράγων ήταν η εξαίρετη σκηνοθεσία της Ρενάτα Σκότο. Προσπερνώντας κάθε γραφικότητα, οι μινιμαλιστικοί σκηνικοί χώροι του Μπένι Μοντρεσόρ περιόρισαν στο ελάχιστο κάθε ανεκδοτολογικό ή ρεαλιστικό στοιχείο. Αντ' αυτού οπτικοποίησαν αφαιρετικά "γιαπωνέζικες" αισθητικές ποιότητες: καθαρότητα γραμμών, γεωμετρική σαφήνεια, πλακάτα χρώματα, διαφάνεια. Αντίστοιχα, στα ιδιαίτερα καλαίσθητα, αλλά λιτά κοστούμια επικράτησε η αισθητική της αιθέριας υποβολής παρά η εθνολογική ακρίβεια. Κυρίαρχο ρόλο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας έπαιξαν οι φωτισμοί, αξιοποιώντας τη συναισθηματική αξία των χρωμάτων και την πειθώ των προσεκτικών μεταπτώσεων. Γνωρίζοντας κάθε πτυχή του έργου εκ των έσω, κυρίως όμως έχοντας σαφή συναίσθηση των ειδικών συντεταγμένων της όπερας, η Σκότο αξιοποίησε στο έπακρο αυτό το ανάλαφρο σκηνικό πλαίσιο κατευθύνοντας μονωδούς και χορωδία σε μια σκηνοθεσία λιτή, η οποία αλάφρυνε την πρόσληψη από περιττά βάρη, φέρνοντας στο επίκεντρο το ανθρώπινο δράμα.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 23/4/2003