Συμβατικό θέαμα με ισορροπημένο ακρόαμα
Στη Θεσσαλονίκη - Κριτική Νίκος Α. Δοντάς
Η Θεσσαλονίκη του ενός εκατομμυρίου δεν διαθέτει λυρικό θέατρο με τακτική
καλλιτεχνική περίοδο, ούτε παράδοση στην όπερα. Επομένως, όταν αποτιμά κανείς
οποιαδήποτε παράσταση στη συμπρωτεύουσα οφείλει να έχει κατά νουν ότι στην
πλειοψηφία το κοινό πιθανότατα αντικρίζει τα έργα για πρώτη φορά. Γενιές
ολόκληρες περνούν μέχρι να ξαναπαιχτούν. Το γεγονός αυτό αναμφίβολα επηρεάζει
όσους αποφασίζουν, ως προς το είδος του θεάματος που θα προτείνουν, αλλά και ως
προς τον τρόπο με τον οποίο θα το παρουσιάσουν.
Αυτό είναι το απαραίτητο πλαίσιο σχολιασμού της παράστασης της «Απαγωγής από το
Σεράι» του Μότσαρτ, που δόθηκε στο Μέγαρο Μουσικής στις 11 Οκτωβρίου. Οι
ιθύνοντες πρότειναν το έργο σε σκηνοθεσία του Στήβεν Μέντκαλφ για το λυρικό
θέατρο της Ανκόνας (αναβίωση: Κάρμεν Γιακόμπι), η οποία περιορίζεται σε
συμβατική αφήγηση της πλοκής και στην απολύτως αναμενόμενη κίνηση των μονωδών.
Επιπλέον, αποφασίστηκε να μεταφραστούν στα Ελληνικά οι πεζοί διάλογοι, ώστε να
γίνονται άμεσα αντιληπτοί από το κοινό. Αντίθετα, τα μουσικά μέρη τραγουδήθηκαν
στο γερμανικό πρωτότυπο, συνοδευόμενα από τον απαραίτητο υπερτιτλισμό. Σήμερα,
μία διεθνής σκηνή θα παρουσίαζε όλο το έργο στο πρωτότυπο, ενώ μία εθνική λαϊκή
όπερα θα το μετέφραζε πλήρως. Στην πραγματικότητα της Θεσσαλονίκης, η μεικτή
επιλογή που προτάθηκε λειτούργησε.
Ξεχώρισαν
Τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Θεσσαλονίκης διηύθυνε με νεύρο και θεατρικό
ένστικτο ο Νίκος Αθηναίος, βοηθώντας τους τραγουδιστές με τις επιλογές του σε
ταχύτητες και δυναμική. Η ακουστική της αίθουσας φρόντισε ακόμα μία φορά για τη
σύγχυση του ήχου σε μία μουσική που έχει ανάγκη από κρυστάλλινη καθαρότητα και
ακρίβεια. Από τους τραγουδιστές ξεχώρισαν χωρίς δυσκολία οι δύο κυρίες: η Μυρτώ
Παπαθανασίου δεν περιορίστηκε απλώς στις νότες της Κονστάντσε –κάτι που από μόνο
του θα ήταν κατόρθωμα– αλλά με μουσική και σκηνική ευγένεια αξιοποίησε την άκρως
δεξιοτεχνική μουσική του Μότσαρτ (επιπροσθέτως εκφραστικά διανθισμένη),
προκειμένου να πλάσει ένα χαρακτήρα που εξέφραζε νοσταλγία, θλίψη, έρωτα, οργή.
Η Βασιλική Καραγιάννη τραγούδησε την απαιτητική μουσική της με τονική ακρίβεια,
κρυστάλλινη καθαρότητα φλάουτου και πολύ κέφι. Ο τενόρος Μάριο Τσεφφίρι
ερμήνευσε τον δυσκολότατο ρόλο του Μπελμόντε με ωραία φωνή, δεξιοτεχνική άνεση
και στυλιστική επάρκεια, αλλά με μουσικά και σκηνικά αναχρονιστικό τρόπο.
Αντίθετα, σκηνικά πειστικός ήταν ο Πέτρος Μαγουλάς ως Οσμίν, από την ωραία φωνή
του οποίου έλειπαν μόνον οι εξαιρετικά χαμηλές νότες που ζητάει ο συνθέτης. Τη
διανομή συμπλήρωσαν ο Γιάννης Οικονόμου, συμπαθής Πεντρίγιο, και ο ηθοποιός
Δημήτρης Κοντός στον ομιλούντα ρόλο του πασά.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - 26/10/2008