Φινέτσα και στυλ.
Ο Riccardo Muti και η Ορχήστρα της Σκάλας, στο Μέγαρο Μουσικής
Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Η εμφάνιση της "Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Σκάλας", υπό τη διεύθυνση του
Riccardo Muti, στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, με ασφάλεια μπορεί να
υποστηριχθεί ότι ήταν ίσως το μείζον καλλιτεχνικό γεγονός του τρέχοντος
εξαμήνου. Και σίγουρα, οι δύο βραδιές που είχαμε την ευκαιρία να χαρούμε τη
μουσική της γνωστής ορχήστρας, μαζί με πλήθος φιλόμουσου κόσμου που γέμισε την
αίθουσα του Μεγάρου, θα αποτελούν μία ανάμνηση μουσικής και ερμηνευτικής
ποιότητας.
Το πρόγραμμα της Ορχήστρας
Εκ προοιμίου πρέπει να επισημανθεί, η ποικιλία του προγράμματος που επιλέχθηκε
και το οποίο περιελάμβανε έργα τα οποία ανέδειξαν τις ικανότητες του ορχηστρικού
συνόλου αλλά και παράλληλα αναδείχθηκαν από τις ερμηνευτικές εκδοχές της
εκτέλεσης. Σε κάθε περίπτωση, έντονη υπήρξε η εντύπωση του συμπαγούς και
σταθερού ήχου, των καθαρών και ισόρροπων ηχοχρωμάτων, της λεπτεπίλεπτης αίσθησης
των λεπτομερειών και βέβαια μίας μοναδικής καθολικής αίσθησης που συνυπήρχε με
το ιδιαίτερο ταμπεραμέντο και την μοναδική φινέτσα που προσδίδει η μεγάλη
ιταλική ορχηστρική παράδοση. Μίας μοναδικής κοινής αίσθησης που είναι εν τέλει
αυτή που μπορεί αλάθητα να διαφοροποιεί αλλά και να κατηγοριοποιεί την ποιότητα
της ακρόασης και μαζί να δικαιολογεί με απόλυτο τρόπο την πορεία από ένα ένδοξο
παρελθόν σε ένα βέβαιο μέλλον.
Το πρόγραμμα των δύο εμφανίσεων άνοιξε το "Diario dello Sdegno" του
FabbioVacchi. Έργο σύγχρονο και πρωτοποριακό, σε ελεύθερη μορφή ενός συμφωνικού
ποιήματος για μεγάλη ορχήστρα, στηρίχθηκε θεματικά σε μία καταστροφή, αυτή της
"11ης Σεπτεμβίου". Το έργο, που στις μέρες μας αποκτά επίκαιρο όσο και δραματικό
χαρακτήρα, στηρίζεται στη μίξη των ηχοχρωμάτων προκειμένου να περιγράψει έντονα
και χαρακτηριστικά τον πάνδημο οίκτο της καταστροφής, έναν θρηνώδη μουσικό
διάλογο που κορυφώνεται παραστατικά χρησιμοποιώντας μία ασύμβατη αλλά κατανοητή
τεχνική γλώσσα.
Η ποιότητα των ηχοχρωμάτων υπήρξε δεδομένη στην ερμηνεία της ορχήστρας. Τα
γεμάτα έγχορδα και τα λαμπερά πνευστά που τόνισαν το έργο του Vacchi ήταν αυτά
που προσκολλημένα στην αυτόφωτη παράδοση του βερισμού ανέδειξαν με λυρισμό αλλά
και τόλμη έναν καταπληκτικό υφολογικά "Μάκβεθ" που μπορούσε να μεταπίπτει εύκολα
και πειστικά στην ορχηστρική παλέτα, από το φως στο σκότος.
Το κοντσέρτο για φλάουτο
Το κοντσέρτο για φλάουτο και ορχήστρα του Μότσαρτ εισήγαγε τη συναυλία της
δεύτερης μέρας και μαζί το ακροατήριο στον νεανικό κλασικισμό του αυστριακού
συνθέτη. Ο φλαουτίστας Davide Formisano, πλημμύρισε με το ζεστό και βελούδινο
ήχο του την αίθουσα τονίζοντας με άνεση και δεξιοτεχνία την ανιχνευτική διάθεση
του συνθέτη στην έκφραση των μελωδιών. Το β’ μέρος του έργου, ονειροπόλο και
νοσταλγικό αποδόθηκε με την ίδια σαφήνεια με την οποία εκτελέστηκαν ταχύτατα
αλλά πάντοτε καθαρά τα γρήγορα περάσματα του γ’ μέρους. Το ορχηστρικό υπόβαθρο
υποστήριξε την αρμονική λειτουργία και την απλή διάρθρωση του έργου,
συνδιαλεγόμενο οπερατικά με τον πρωτεύοντα πλαγίαυλο.
Οι "Δύο εικόνες" του Μπάρτοκ υπήρξαν ένα πετυχημένο δείγμα που αντιφάσκει μεταξύ
του προγραμματικού τίτλου του και της απόλυτης ορχηστρικής γραφής που ακολούθησε
ο Ούγγρος συνθέτης. Η απαιτητική αυτή και καινοτόμος γραφή που οριοθετεί
παράλληλα την περίοδο της ωριμότητας του Μπάρτοκ ακολουθήθηκε με επιτυχία στο
σύνολό της αποδεικνύοντας την δυνατότητα του συνόλου να στέκεται αφενός στερεά
σε μία διαχρονική μουσική παράδοση αλλά, και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο να
εξελίσσεται αφετέρου θετικά, με τρόπο απτό και διάφανο, μεστό αλλά πάντοτε
ουσιαστικό. Οι δύο συμφωνίες που εκτελέστηκαν, η 5η του Ντβόρζακ και η 2η του
Μπράμς, ήρθαν να ενισχύσουν τον παραπάνω ισχυρισμό για μία μουσική ερμηνεία της
οποίας τα αισθητικά όρια γίνονται σαφή και απόλυτα με αδιαπραγμάτευτο τρόπο.
Ο μαέστρος Riccardo Μuti
Ο Riccardo Muti υπήρξε ασφαλώς ο υψηλός προσκεκλημένος αυτών των δύο συναυλιών.
Ηγεμονικός και απόλυτος, ηγεμονικά αρχοντικός και επιβλητικός με ευαισθησία,
επέδειξε την επικοινωνία του με την ορχήστρα σε κάποιο άλλο, βαθύτερο νοητικά
επίπεδο. Παραστατικός, αλλά όχι θεατρικά επιδεικτικός, μπορεί με σιγουριά να
αποδοθεί στο φημισμένο μαέστρο, η άνεση με την οποία το ορχηστρικό σύνολο
ερμήνευσε ένα μεγάλου εύρους ρεπερτόριο και μαζί η επιτυχία στην μουσική
διαπραγμάτευση των διαφοροποιημένων υφολογικά απαιτήσεών του.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 22 Μαρτίου 2004