Σαλώμη του Στράους στη Θεσσαλονίκη


Κριτική Κυριάκος Π. Λουκάκος

ΤΗ βιογραφία του Ρίχαρντ Στράους αντιστοιχεί στην τυπική διαδρομή ενός κομφορμιστή. Γιος δεξιοτέχνη του κόρνου στην ορχήστρα της Αυλικής Όπερας του Μονάχου των Βίττελσμπαχ, ο Στράους καθιερώνεται μέσα από 4 εικονοκλαστικά έργα της πολυτάλαντης νιότης του: τα συμφωνικά ποιήματα "Δόν Ζουάν" και "Τα Φαιδρά Καμώματα του Τίλλ Ώυλενσπήγκελ" και τις μονόπρακτες όπερές του "Σαλώμη" (1905) και "Ηλέκτρα" (1909). Με τα πρώτα ο συνθέτης οριοθετείται ως ο κατ' εξοχήν συμφωνιστής προγραμματικού χαρακτήρα της εποχής του, μια προτίμηση, που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, υπηρετεί με συνέπεια μέχρι το τέλος. Οι νεανικές του όπερες, ωστόσο, μοιάζουν να περικλείουν την όποια ανατρεπτική ορμή έκρυβε η νιότη του συνθέτη, αφού, λίγο αργότερα, στρέφεται οριστικά στον κλασικισμό, επισφραγίζοντας με απαράμιλλο τρόπο το τέλος ενός απερχόμενου κόσμου μέσα από τον "Ιππότη με το Ρόδο" του 1913. Και ίσως στην ασφυκτική ασφάλεια που ευνοούσε ένας τέτοιος κόσμος να οφείλεται η θεματική και τεχνική τόλμη που αποκαλύπτουν οι νεανικές όπερες. Μια τόλμη που θα μετατραπεί σε ισόβιο αυτοκριτικό σαρκασμό τις ταραγμένες δεκαετίες της πολιτικής και προσωπικής ανασφάλειας που ακολούθησαν την πτώση των Αετών του 1918.
Με την αναβίωση της "Σαλώμης", που σόκαρε απίστευτα κατά την παγκόσμια πρεμιέρα της την αυτοκρατορική Αυλή του Κάιζερ Γουλιέλμου Β', το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης δεν επωμίσθηκε απλώς την υπηρέτηση ενός ερμηνευτικά δυσχερέστατου λυρικού έργου, αλλά και την παράλληλη αποστολή της αναπαράστασης των όρων διαχρονικής κατάπληξης του θεατή που αυτό εμπεριέχει. Και εκεί εντοπίζεται το πρώτο αδύνατο σημείο της παραγωγής του Νίκου Πετρόπουλου, που εμπεριείχε ενδιαφέρουσες μεν, αλλά εν πολλοίς ακατέργαστες ιδέες. Η επιλογή, αίφνης, της στέγασης της δράσης σε ένα ψυχιατρικό κατάστημα της εποχής της δημιουργίας της όπερας (όπως υπαινισσόταν η γοτθική γραφή) αποτελεί μεν ευπρόσδεκτη υπόμνηση της ψυχαναλυτικής επανάστασης της εποχής, δεν αποδόθηκε, ωστόσο, με εικαστικά ελκυστικό τρόπο. Ο ανεκπλήρωτος και γι αυτό θυελλωδώς λάγνος ερωτισμός που διατρέχει τη "Σαλώμη" δεν τοποθετήθηκε τυχαία από τον (κατ' ουσίαν) λιμπρετίστα Όσκαρ Ουάιλντ στην αρωματική, επικίνδυνη και πανερωτική Παλαιστίνη με την ελληνιστική ατμόσφαιρα της πρόσφατης Ρωμαιοκρατίας. Αντί, λοιπόν, να αξιοποιηθεί η ιδέα του φρενοκομείου, προκειμένου να υπηρετηθούν οι βασικές ποιότητες ατμόσφαιρας της όπερας, επελέγησαν μοντερνιστικά κλισέ που αλλοίωσαν τη δύναμη του μηνύματός της. Ακόμη και η λειτουργική ιδέα του ανεκδήλωτου έρωτα του ακόλουθου για τον "ωραίο Σύρο" φρούραρχο φάνταζε ελάχιστα πιστευτή στο συγκεκριμένο σκηνογραφικό και ενδυματολογικό πλαίσιο.
Το δεύτερο αδύνατο σημείο της παραγωγής ήταν η αξιοποίηση της Ορχήστρας του Δήμου Θεσσαλονίκης για ένα εγχείρημα που -αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς- υπερβαίνει ακόμη και την τρέχουσα δυνατότητα των κρατικών ορχηστρών Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Με νωπή την ανάμνηση της συναυλιακής "Σαλώμης" του Μεγάρου των Αθηνών της περασμένης άνοιξης από την Ορχήστρα του Γκύρτσενιχ της Κολωνίας υπό τον Μάρκους Στεντς, η ΣΟΔΘ απέτυχε να υπηρετήσει με ευτυχή συνήχηση και δραματική αποτελεσματικότητα τις ευρείες αγωγικές υποδείξεις του Νίκου Αθηναίου, με αποτέλεσμα την έλλειψη εσωτερικής έντασης σε κρίσιμες δραματικές περιστάσεις.
Σε αυτό το προβληματικό πλαίσιο, η Μαρούσα Ξυνή κάλυψε αρκετές από τις φωνητικές απαιτήσεις του επώνυμου ρόλου με την λυρικής αφετηρίας, αλλά και διαπεραστικής ποιότητας φωνή της. Η Σαλώμη της, μολαταύτα, δεν έπεισε δραματικά, αφού υπονομεύθηκε σκηνοθετικά και ενδυματολογικά, ώστε από αντικείμενο κοινού πόθου να μετατραπεί σε αξιοθρήνητη παλίμπαιδα παράφρονα. Ισχυρή φωνητική και υποκριτική παρουσία κατέγραψε, αντιθέτως, ο Αμερικανός βαρύτονος Τόμας Τόμασσον, προερχόμενος από σημαντικές παραστάσεις της "Ντάμα Πίκα" πλάι στη μεγάλη Ρίτα Γκορ. Ο Γιοκάνααν, που ερμήνευσε με εύρωστη εξαγγελία και χωρίς αλλοιωτικές σκηνοθετικές υποδείξεις, βρήκε το δραματουργικό του αντίβαρο στον καλομελετημένο και ψαγμένο Ηρώδη του Βαγγέλη Χατζησίμου, που δεν κατέφυγε στο εύκολο Sprechgesang, αλλά προτίμησε να τραγουδήσει τον εξαίσιο αυτό ρόλο χαρακτήρα. Η Δάφνη Ευαγγελάτου επιβεβαίωσε τη μεγάλη μουσική και δραματική εμπειρία της ως Ηρωδιάς, ενώ, στις ευχάριστες εκπλήξεις συγκαταλέγονται ο μελίρρυτος Νάραμποθ του Γιάννη Χριστόπουλου και ο σαγηνευτικός Ακόλουθος του Νίκου Σπανού (κόντρα τενόρος σε μέρος μεσοφώνου). Ικανοποιητικοί οι Ιουδαίοι, ανεπαρκείς όμως οι κρίσιμοι για τα ίδια σύνολα Ναζαρηνοί. Ένα ενδιαφέρον εγχείρημα, αλλά με μεγάλες δυνατότητες στοχευμένης βελτίωσης.


Η ΑΥΓΗ - 14/11/2007