Βραδιές με υπογραφή Μότσαρτ.
Ποιοτικές επετειακές συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης.
Κριτική: ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
Είναι αλήθεια, ότι κανένα άλλο πρόσωπο συνθέτη ή ερμηνευτή, στην ιστορία της
μουσικής τέχνης δεν είναι τόσο συνώνυμα και ταυτόχρονα τραγικά συνδεδεμένο με
την εικόνα μιας χαρισματικής ιδιοφυΐας, όσο αυτό του Μότσαρτ. Και είναι επίσης
αλήθεια, ότι ο διακεκριμένος και διάσημος αυστριακός συνθέτης κατά τη διάρκεια
της σύντομης ζωής του, πέτυχε να ολοκληρώσει ένα θαυμαστό, ποιοτικά και
ποσοτικά, μουσικό έργο, το οποίο είναι αυτό που κύρια, αλλά και με ασφάλεια
δομεί την παραπάνω εικόνα. Είναι η μουσική του παρακαταθήκη, για την οποία
σεμνύνεται ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Γι’ αυτό και ο περιώνυμος Βόλφανγκ
Αμαντέους, "το αγαπημένο παιδί των θεών και των ανθρώπων", αποτελεί ένα
ιδιαίτερο κεφάλαιο στη μουσική δημιουργία, μία ξεχωριστή προσωπικότητα, που
εξακολουθεί ακόμη και σήμερα, 250 χρόνια μετά τη γέννησή του, να μαγνητίζει τόσο
με το έργο του όσο και με το μύθο που τυλίγει το όνομά του.
Συναυλίες
Ένα ποιοτικό διήμερο συναυλιών, παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης,
επετειακά και μνημόσυνα αφιερωμένο στον Μότσαρτ, απολαύσαμε πρόσφατα (18&19/3).
Με αληθινή πρωταγωνίστρια την πολύ καλή "Ορχήστρα Πατρών" να πλαισιώνει ένα
αριθμό διακεκριμένων ερμηνευτών, συγκροτήθηκε ένα καλώς επιλεγμένο πρόγραμμα,
που επιδείκνυε την ορχηστρική γραφή του συνθέτη μέσα από τα κοντσέρτα του.
Υφολογικά συνεπής και ακολουθώντας νόρμες ερμηνευτικά οικείες, με ήχο προσιτό,
καλοδεχούμενο και σε κάθε περίπτωση ώριμο και ομοιογενή, η ορχήστρα ακολούθησε
χωρίς παρεκκλίσεις στην απόδοσή της, μονοπάτια όπου τα ηχοχρώματα παιχνίδιζαν
ευγενικά και ευπρόσωπα με το φως του βιεννέζικου κλασικισμού. Στην καθοδήγησή
της, ο πιανίστας Γιώργος Πέτρου, χορευτικά παραστατικός και ιδιαίτερα άνετος,
προσέδωσε τις μελωδικές διακυμάνσεις, τις αγωγές και ανέδειξε τους ηχητικούς
όγκους, επιμένοντας με ακρίβεια στις λεπτομέρειες της γραφής. Η διεύθυνση του,
που υποβοηθήθηκε από το ευέλικτο σύνολο, χαρακτηρίζονταν με σαφήνεια από ένα
προσωπικά ιδιαίτερο στυλ, όπου συνδυάζονταν αρμονικά η ορμή και το νεύρο, με την
νεανική ευαισθησία.
Έργα και ερμηνευτές
Ο Αλέξανδρος Οικονόμου, σε πρώτο πλάνο, ερμήνευσε το κοντσέρτο για φαγκότο
και ορχήστρα σε σι ύφεση μείζονα. Με ήχο γλυκό και τιθασευμένο και πλήρη έλεγχο
της αναπνοής του, υπέταξε τις απαιτήσεις του έργου σε μία ευπροσήγορη ερμηνεία.
Η γνωστή πιανίστα Δόμνα Ευνουχίδου, έκλεισε την πρώτη βραδιά με την εκτέλεση του
κοντσέρτου αρ. 9. Χωρίς να αφήνει ίχνος αμφιβολίας για την ποιότητα και την
πιστότητα της ανάγνωσής της, χάρισε μία σημαντική ερμηνεία στο κοινό.
Το αφιέρωμα συνεχίστηκε με το κοντσέρτο για κόρνο, αρ. 4. Σολίστας ήταν αυτή τη
φορά ο Κώστας Σίσκος, κορυφαίος κορνίστας της Κρατικής Αθηνών. Η ερμηνεία του
στηρίχθηκε τεχνικά σ’ έναν ήχο συμπαγή και γλυκό, που ξεπέρασε ικανοποιητικά τις
τεχνικές δυσκολίες και στήριξε επαρκώς ένα αξιοπρόσεκτο μελωδικό φρασάρισμα.
Η δεύτερη βραδιά έκλεισε με τον Σίμο Παπάνα σε εξαιρετικές στιγμές, να ερμηνεύει
το κοντσέρτο για βιολί αρ. 5. Ο κορυφαίος βιολονίστας της Κρατικής Ορχήστρας
Θεσσαλονίκης, επέβαλλε εξ αρχής μία διακριτά προσηνή προσέγγιση, στο απαιτητικό
έργο. Η τεχνικά αψεγάδιαστη οπτική του αλλά και ένα ακριβό καλλιτεχνικά
αισθητήριο, συνέτειναν όχι μόνο στην ανάδειξη της εσωτερικής ομορφιάς, αλλά και
στη διεύρυνση του εγγενούς μελωδισμού της γραφής του Μότσαρτ, ενδοσκοπώντας σ’
αυτήν με περισσή ευαισθησία.
Θεωρούμε ως ιδιαίτερα σημαντικές τις ερμηνευτικές καταθέσεις που ακούσαμε από το
σύνολο των καλλιτεχνών και σημειώνουμε τις δυο βραδιές αφιέρωμα στον αυστριακό
συνθέτη, για τη λεπτή ποιοτική τους διάσταση. Σε ευθεία αντίθεση, με τα ήθη των
καιρών μας όπου η εκχυδαϊσμένη εμπορικότητα δεν έχει αφήσει αλώβητο ούτε το
"παιδί θαύμα" της κλασικής μουσικής
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 3 Απριλίου 2006