Συνεπής "Λουτσία" από τη P. Σκότο

Νίκος Α. Δοντάς

Καθημερινή - Kυριακή, 17 Oκτωβρίου 2004

Μουσικά ισορροπημένη, σκηνικά λειτουργική και αισθητικά συνεπής υπήρξε η νέα παραγωγή της όπερας "Λουτσία ντι Λάμερμουρ" του Ντονιτσέτι, που παρουσίασε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης την 1η Οκτωβρίου. Η εύστοχη επιλογή της Pουμάνας υψιφώνου Eλενα Μοσούκ για τον απαιτητικό κεντρικό ρόλο ήταν το στοιχείο που καθόρισε το αποτέλεσμα.
Τη σκηνοθεσία υπέγραψε μια διάσημη "Λουτσία" του παρελθόντος, η υψίφωνος Ρενάτα Σκότο. Γνωρίζοντας καλά τι πραγματεύεται το συγκεκριμένο έργο, ποια είναι η αισθητική της μουσικής και η ατμόσφαιρα της υπόθεσης, η Σκότο έστησε ένα θέαμα που είχε σαφή ροή και εξέλιξη. Το σκηνικό, με τους απειλητικά κρεμάμενους σπασμένους καθρέπτες και τα γυμνά σπαθιά, φανέρωνε άμεσα το βίαιο, εχθρικό περιβάλλον και τις θρυμματισμένες σχέσεις. Ωστόσο, η αρχική αυτή, δυνατή εντύπωση δεν αξιοποιήθηκε περαιτέρω. Ούτε η μεταφορά της υπόθεσης στον 19ο αι. φάνηκε να συμβάλλει σε κάποια βαθύτερη ανάγνωση του έργου. Υπήρξε απλώς αισθητική επιλογή. Πριμαντόνα η ίδια, η Σκότο έκρινε πως η όπερα αφορά πρωτίστως τον ρόλο του τίτλου και σκηνοθέτησε τους υπόλοιπους χαρακτήρες συμβατικά, αποκλειστικά ως δορυφόρους της πρωταγωνίστριας. Η ίδια η Λουτσία κινήθηκε ουσιαστικώς μέσα από διαδοχικές πόζες, έστω εύστοχες και καλαίσθητες: κάπως, σαν στιγμιότυπα προς φωτογράφηση.

Hθη πριμαντόνας

Σε ό,τι αφορά τη μουσική, κατ’ αρχήν το έργο δόθηκε με περικοπές συνηθισμένες τη δεκαετία του ’50, αλλά σήμερα μάλλον αδικαιολόγητες: απουσίαζαν τα ντουέτα ανάμεσα στον Ραϊμόντο και τη Λουτσία καθώς επίσης ανάμεσα στον Ενρίκο και τον Εντγκάρντο. Με εξαίρεση την εμφανή έλλειψη συντονισμού στην πρώτη σκηνή της όπερας, ο αρχιμουσικός Φραντσέσκο Μαρία Κολόμπο υποστήριξε καλά την παράσταση με την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, παρακολουθώντας την πλαστικότητα του τραγουδιού των ερμηνευτών. Ο τενόρος Τζοακίνο Λι Βίνι (Εντγκάρντο) δηλώθηκε –κατ’ ιδίαν– ασθενής. Ο βαρύτονος Ρομπέρτο Σερβίλε (Ενρίκο) τραγούδησε με μουσικότητα, παρά τα αισθητά προβλήματα ορθοτονίας στην ψηλή περιοχή και ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος (Ραϊμόντο) υπήρξε ο γνώριμος αξιόπιστος εαυτός του. Ξεχώρισε ο νεαρός τενόρος Γιάννης Οικονόμου (Αρτούρο) για το ωραίο ηχόχρωμα και το προσεγμένο τραγούδι του. Η Eλενα Μοσούκ διέθετε τη φωνή, την απαραίτητη δεξιοτεχνία, γνώριζε το ύφος και είχε τη σκηνική εμπειρία για τον κεντρικό ρόλο, που απέδωσε εντυπωσιακά απ’ αρχής μέχρι τέλους. Ατυχώς, είχε την έμπνευση στο δραματικώς πιο κρίσιμο σημείο, στην περίφημη "σκηνή της τρέλας", όχι μόνον να ευχαριστήσει το κοινό για τις ζωηρές επευφημίες του, αλλά να ευχαριστήσει επιπλέον και τον φλαουτίστα της ορχήστρας, που τη συνόδευσε! Ποιος είπε ότι τα ήθη πριμαντόνας ανήκουν στο παρελθόν;