Μια "Λουτσία" με υπογραφή

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΒΩΛΟΥ

Την Παρασκευή 1 Οκτωβρίου παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης την πρεμιέρα της νέας παραγωγής της όπερας "Λουτσία ντι Λαμερμούρ" (1835) του Ντονιτζέτι.

Η διάσημη σκηνή της τρέλας από την κατά Σκότο σκηνοθεσία της "Λουτσία" στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης
Μετά τη θαυμάσια "Μαντάμ Μπατερφλάι", η διάσημη υψίφωνος Ρενάτα Σκότο προσκλήθηκε για δεύτερη φορά στη συμπρωτεύουσα να σκηνοθετήσει την εναρκτήρια λυρική παραγωγή τής καλλιτεχνικής περιόδου 2004-2005. Οι πρωταγωνιστές της μονής διανομής ήσαν ξένοι. Σκηνικά, κοστούμια και φωτισμοί υπέγραψαν επίσης ξένοι συνεργάτες. Συμμετείχαν, ακόμη, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και η Χορωδία Θεσσαλονίκης υπό τον Ιταλό αρχιμουσικό Φραντσέσκο Μαρία Κολόμπο. Σποραδικά προβλήματα και μικροενστάσεις ουδόλως εμπόδισαν να αποκομίσουμε πάρα πολύ καλές εντυπώσεις, σφαιρικά σαφώς καλύτερες αυτών από τη "Λουτσία" του αθηναϊκού Μεγάρου προ ετών.

Κύριο, αποφασιστικά θετικό χαρακτηριστικό της παραγωγής υπήρξε η σκηνοθεσία της υψιφώνου Ρενάτα Σκότο. Διαθέτοντας την πείρα και γνώση εκείνου που έχει ερμηνεύσει το έργο επανειλημμένα, η Ιταλίδα μονωδός πρόσφερε μια σκηνοθεσία συμβατικά αντισυμβατική. Αναδιατύπωσε τα αυτονόητα με κοινή λογική και περισσή καλαισθησία και καθοδήγησε τους τραγουδιστές σε μια εύγλωττα στιλιζαρισμένη κινησιολογία, αβίαστα συντονισμένη προς τη δραματική ρητορεία της μουσικής. Ως υπομνηματισμός στη δραματική οπτική του Ρομαντισμού, η δράση μεταφέρθηκε δύο αιώνες αργότερα, από τον αυθεντικό 17ο στον "σύγχρονο" 19ο αιώνα: ενδυμασίες της εποχής σύνθεσης της όπερας (Γουίλιαμ Ορλάντι) αντικατέστησαν τις παραδοσιακές σκοτσέζικες φορεσιές, ενώ η αυτοκτονία του Εντγκάρντο έγινε -θορυβωδώς!- με πυροβόλο όπλο αντί με στιλέτο. Μετακινούμενη μόλις κατά ένα βήμα από τον στείρο ψευδορεαλισμό, η μερική αφαιρετικότητα της σκηνικής εικόνας ελάφρυνε τη δράση από νεκρά βάρη. Δεσπόζον στοιχείο του μονοτοπικού σκηνικού της Κάθριν Κέγκλερ υπήρξε ένας πελώριος σπασμένος καθρέφτης, σύμβολο διάρρηξης-διατάραξης της ψυχικής ισορροπίας της ηρωίδας, ενώ ένας κάναβος από υπερμεγέθη ξίφη, μπηγμένα εν παρατάξει στο έδαφος, υποδήλωναν την ασφυκτική δέσμευση των κινήσεων από κανόνες και συμφέροντα της αριστοκρατίας. Καθοριστικοί οι φωτισμοί του Ρομπέρτο Μάνκα, υπογράμμιζαν με οικονομία τη δραματική θερμοκρασία των δρωμένων.

Σε μουσικό επίπεδο τα πράγματα υπήρξαν, επίσης, πολύ καλά. Η όπερα δόθηκε με ελάχιστες, αλλά κρίσιμες περικοπές στους αντρικούς κυρίως ρόλους. Τους τρεις πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμήνευσαν ξένοι μονωδοί. Η υψίφωνος Ελενα Μουσούκ υπήρξε μια μουσικότατη, σκηνικά πειστική Λουτσία. Με φωνή που διέθετε πλούσια κέντρα, φωτεινή και αιχμηρή υψηλή περιοχή, με άριστη τεχνική και πλήρη έλεγχο του τραγουδιού, κυριολεκτικά "κέντησε" στα δεξιοτεχνικά μέρη της παρτιτούρας, ενώ υπηρέτησε τα λυρικά με καλαισθησία και συγκίνηση. Στην ακμή των δυνάμεών του, ο βαρύτονος Ρομπέρτο Σερβίλε ενσάρκωσε τον "σκληρό" Ενρίκο με ταιριαστά αυστηρό, ρωμαλέο τραγούδι και αντίστοιχα στυλιζαρισμένη δραματική ερμηνεία. Αν και (όπως μας πληροφόρησαν ιδιαιτέρως) ασθένησε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, ο τενόρος Τζιοακίνο Λι Βίνι απέδωσε τον ρόλο του Εντγκάρντο άνισα, δίνοντας ωστόσο ικανά δείγματα του μεγέθους και της ποιότητας των επιδόσεών του που, διαφορετικά, θα στήριζαν μια ιδανικά ισορροπημένη διανομή. Τέλος, τον ρόλο του ιερέα Ραϊμόντο έφερε με αυστηρότητα και ακρίβεια ο βαθύφωνος Δημήτρης Καβράκος. Γενικώς φερέγγυα, πειθαρχημένη και ακριβής υπήρξε στη συμμετοχή της η Χορωδία Θεσσαλονίκης.

Προσπερνώντας σοβαρά προβλήματα συντονισμού στο ξεκίνημα της α' πράξης, προβλήματα που αναμφίβολα οφείλονταν στο τρακ της πρεμιέρας, ο Ιταλός αρχιμουσικός οδήγησε την παράσταση ανταποκρινόμενος με ακρίβεια και ευαισθησία στις διακυμάνσεις και τον εκφραστικό πλούτο της μουσικής του Ντονιτζέτι. Στήριξε αδιάλειπτα τους τραγουδιστές, φρόντισε ιδιαίτερα τη μελωδική ρευστότητα στα λυρικά μέρη και άρθρωσε το όλο δραματικά, προβάλλοντας με τονισμένες αιχμές δυναμικής επιλεγμένες δραματικές κορυφώσεις.

ΥΓ.: Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν στον ελληνικό χώρο τουλάχιστον δύο απολύτως ακμαίες Ελληνίδες "Λουτσίες", πολύ γνωστές στους φίλους της όπερας, οι οποίες έχουν δώσει άριστα δείγματα γραφής. Κι όμως, ουδεμία αξιοποιήθηκε, έστω και σε δεύτερη διανομή! Δεν είναι πρόκληση αυτό;


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 06/10/2004