Μουσική με χρώμα και συναίσθημα.

Οι αδελφές Labeque σε μία έξοχη εμφάνιση στο Μέγαρο Μουσικής

Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Η εμφάνιση της Κάτιας και της Μαριέλ Λαμπέκ, στα πλαίσια του φεστιβάλ πιάνου, που για δεύτερη χρονιά διοργάνωσε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, αποτέλεσε αναμφίβολα ένα ιδιαίτερο μουσικό γεγονός. Και αυτό, όχι γιατί το γνωστό πιανιστικό δίδυμο απλά συνοδεύεται από μία φήμη, που σημειώνει την εμβέλεια του ρεπερτορίου, την ποιότητα των ερμηνειών και αφετέρου την συνεχή πρωτοποριακή διάθεση των καλλιτέχνιδων. Η σημασία της συγκεκριμένης εμφάνισης θεωρούμε ότι ξεπερνά τα τετριμμένα. Πέτυχε και επέδειξε μία έμπρακτη αμφισβήτηση της καθεστηκυίας αντίληψης περί μουσικής, αλλά και της μονοδιάστατης και άκρως συντηρητικής θεώρησης περί των απλώς "καλοστημένων" συναυλιών. Το ρεσιτάλ των αδελφών Λαμπέκ είχε όντως κάτι διαφορετικό. Οι καλλιτέχνιδες ξεπερνώντας τους δεξιοτεχνικούς φραγμούς και τις τεχνικές δυσκολίες αφηγήθηκαν τη μουσική και άφησαν το κοινό να ανιχνεύσει το μουσικό μήνυμα που εκπορευόταν αυθεντικά και πηγαία από την τέλεια σύμπραξή τους πάνω στο ασπρόμαυρο φόντο των πλήκτρων. Ήταν ένα μάθημα μουσικής ζωγραφικής με πινελιές πάθους, λυρισμού και δύναμης.
Το πρόγραμμα, όπου επισημαίνεται η ευφυής διάρθρωσή του, άνοιξε "Η μητέρα μου η χήνα" του Ραβέλ. Το έργο, που είναι εμπνευσμένο από μία σειρά παιδικών παραμυθιών, γραμμένο για τέσσερα χέρια, διακρίνεται από εκείνη τη μαγική αγχίνοια που χαρακτηρίζει το έργο του Βάσκου ιμπρεσιονιστή. Οι Λαμπέκ άφησαν με επιτυχία να απλωθεί στην αίθουσα το αισθαντικό χάδι της μουσικής. Οι ηχητικοί χρωματισμοί, οι μεταπτώσεις των φωτοσκιάσεων και οι μετατοπίσεις των εικονικών σχηματισμών, αποδόθηκαν γλαφυρά αλλά και με σαφήνεια, ενώ οι πεντατονικές και άλλες έξω-ευρωπαϊκές αναφορές, υπήρξαν διακριτές, μόνο ως συνεκτικό υφολογικό στοιχείο των μερών της σουίτας αλλά και ως χαρακτηριστικά κάποιων ευρύτερων αισθητικών αναζητήσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του ηχητικού παιχνιδίσματος στον χώρο, υπήρξε πλήρης, ενώ η εκτέλεση που ήταν αξιοσημείωτη, θα μπορούσε ίσως με έμφαση να υποστηρίξει, ότι τα χαρακτηριστικής γεωγραφικής προέλευσης έργα απαιτούν μία ιδιαίτερη εθνική σχολή ερμηνείας.
Το "Κοντσέρτο για δύο σόλο πιάνα" του Ιγκόρ Στραβίσνκι, που ακολούθησε, υπήρξε αποκαλυπτικό της μουσικής ιδιοσυγκρασίας και του προσωπικού ύφους του Ρώσου συνθέτη. Τα έντονα ρυθμικά στοιχεία και η τονική αμφισβήτηση στα πλαίσια της οργανωμένης φόρμας υπήρξαν οι συνθετικοί αρμοί του έργου. Στοιχεία που αναδείχθηκαν δόκιμα και με επιτυχία από τις καλλιτέχνιδες, σε μία αναφορά που τόνιζε την αξία της σύγχρονης ποιοτικής αλλά και διαφοροποιημένης, από τα κλασικά στερεότυπα, δημιουργίας.
Το ρεσιτάλ, έκλεισε μία διασκευή για δύο πιάνα και κρουστά, του πολύ γνωστού μιούζικαλ "West Side Story" του Leonard Bernstein. Η μελωδία και ο ρυθμός, η πρωτότυπη αρμονία και η χορευτική θεματική, συνάντησαν στη μουσική συνεύρεση των δύο πιάνων με τα κρουστά, μία ερωτική δυναμική. Δεξιοτεχνία και ευαισθησία, λυρισμός και ρώμη, ανέπτυξαν μία μουσική χωρίς φραγμούς, όπου οι εικόνες εναλλάσσονται ταχέως, και μεταφέρονται στο συνειδησιακό υπόβαθρο του ακροατή που επικοινωνεί άμεσα με το πανανθρώπινο παρελθόν.
Η σύζευξη δύο αξιόλογων μονάδων, δεν είναι εκ προοιμίου πάντοτε μία επιτυχημένη συγκυρία. Στη περίπτωση όμως της Κάτιας και της Μαριέλ Λαμπέκ τα πράγματα μοιάζουν δεδομένα. Η στέρεη δεξιοτεχνική τους βάση και η αναμφισβήτητη ικανότητά τους, δεν αποστειρώνονται και δεν εξαντλούνται σε συντηρητικά πλαίσια επίδειξης. Το ταλέντο τους παραμένει με την ίδια πρώτη νεανική φρεσκάδα, να αναζητά σε βάθος την ουσία της μουσικής έκφρασης.

"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 8 Μαρτίου 2004