Ένας κήπος γεμάτος τραγούδια.


Το Μέγαρο Μουσικής παρουσιάζει τον Νίκο Κυπουργό.

Κριτική ΑΝΤΩΝΗΣ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ

Ο Νίκος Κυπουργός, σίγουρα δεν είναι πλέον εκείνος ο νέος, που στη χατζιδακική δεκαετία του '70, μπορούσε απλόχερα να προσφέρει στο κοινό μαζί με το πηγαίο ταλέντο του, ένα διαφορετικό αστραφτερό χαμόγελο μουσικής ποιότητας και καλλιτεχνικής ευαισθησίας. Τολμηρός αλλά και καθόλου επαναπαυμένος εκμεταλλεύτηκε τα ερεθίσματα των διδασκάλων του, Γιάννη Α. Παπαϊωάννου και Μάνου Χατζιδάκι, διοχετεύοντάς τα παραγωγικά σε περαιτέρω μελέτη και αναζήτηση της δικής του μουσικής Ιθάκης.
Σήμερα ο Νίκος Κυπουργός, λίγο μετά τα πενήντα του χρόνια, εξακολουθεί με τη μουσική του να αποδεικνύει ότι η νεανικότητα της ψυχής δεν συμβαδίζει απαραίτητα με τη βιολογική φθορά, παραμένοντας μουσικά, το ίδιο χαμογελαστός και ευαίσθητος όπως τότε. Η καλλιτεχνική του παρουσία εξακολουθεί να είναι ισορροπημένη, σεμνή, αθόρυβη αλλά και ουσιαστική. Στο έργο του εντοπίζεται κάθε φορά ο αβίαστος και καλοδεχούμενος ρυθμός, η ανεξάντλητη μελωδική ροή, και βέβαια ένα πλούσιο αρμονικό υπόβαθρο, που στο σύνολό τους επενδύουν με ενορχηστρωτική δεξιοτεχνία, θεατρικά και κινηματογραφικά έργα, ποιητικό λόγο και μουσικές παραστάσεις.
Η ατέρμονη και ουσιαστική αυτή μουσική δραστηριοποίηση του συνθέτη, πέρα από το γοητευτικό και ευφάνταστο άκουσμά της διατηρεί παράλληλα έναν ιδιάζοντα και εντελώς αυτόνομο χαρακτήρα που ακροβατεί επιδέξια. Η μουσική του Νίκου Κυπουργού είναι ακριβώς αυτό, μία απερίγραπτη υφολογική άσκηση ακροβασίας μεταξύ της λόγιας συνθετικής δομής και του ονομαζόμενου ως έντεχνου νεοελληνικού τραγουδιού. Γι' αυτόν τον κύριο λόγο η ακρόαση της μουσικής του ξεδιπλώνει πέρα από την σύμφυτη μελωδικότητά της, μία ηχητική πρόκληση που αναμιγνύει στη βάση της διαφορετικές γλώσσες και κώδικες επικοινωνίας με τον ακροατή. Η τροπικότητα και οι ρυθμοί της καθ' ημάς ανατολικής παράδοσης ανθίζουν ηχοχρωματικά στο δέντρο της δυτικής αρμονικής γλώσσας, χωρίς τη χρήση επαναλήψεων και άλλων εύπεπτων εμπορικών συνταγών, αλλά μέσα από τον ετερόκλητο προσδιορισμό των μελωδικών στοιχείων, την έκπληξη, και τη διαθλασμένη οπτική, που μπορεί να μεταπίπτει με την ίδια ευκολία από το φως στη μελαγχολία, χωρίς συμπλέγματα και αναχώματα.
Τα στοιχεία αυτά, είναι η πολυσυλλεκτική ακουστική ταυτότητα του Νίκου Κυπουργού, που μπορεί ενίοτε να παραπέμπει στον αξέχαστο Μάνο, όμως διατηρεί πάντοτε μέσα από τις ρήξεις, την αμφισβήτηση και τη μινιμαλιστική αφαίρεση την ίδια ευλύγιστη διάθεση. Μία έκφραση που ηχεί στον ιστορικό της χρόνο και χώρο ως μία ευδιάκριτη αλλά απολύτως γήινη και ευαίσθητη avant garde.
Το Κηποθέατρο.
Η μουσική παράσταση που ενέταξε το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης στο πρόγραμμά του και παρουσιάστηκε στις 7 και 8 Φεβρουαρίου αποτελούσε πέρα από την αυτούσια μεταφορά της αντίστοιχης παραγωγής του Μεγάρου Μουσικής των Αθηνών, μία απάντηση ενός φορέα που εκ των πραγμάτων επωμίζεται το κύριο βάρος της ανάδειξης της εκλεπτυσμένης ποιοτικής μουσικής απέναντι στην εμπορική βιομηχανοποιημένη χυδαιότητα της εποχής μας. Στο πρόγραμμα του "Κηποθεάτρου" εντοπίζεται η δυνατότητα παρέμβασης του καλλιτέχνη δημιουργού στο κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι υψώνοντας μία φωνή αντίθετη στο ρεύμα.
Στα τραγούδια του αλλά και στα καθαρώς οργανικά μέρη που συλλέχθηκαν από μία μουσική παραγωγική πορεία εικοσιπενταετίας στο θέατρο και στον κινηματογράφο, αφουγκραστήκαμε τη μουσική ποιητική του δημιουργού, που δύσκολα μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο τον ακροατή. Η ερμηνευτική σύμπραξη της αισθαντικής Σαβίνας Γιαννάτου, του χαρακτηριστικού Αλκίνοου Ιωαννίδη, της αυθεντικής Λιζέτας Καλημέρη, του πολύ καλού Δώρου Δημοσθένους, με τον μικρό Νικόλα Φλότση που έκλεψε την παράσταση, με την αγέρωχη Μαρία Φαραντούρη και τον αμίμητο δάσκαλο της θρακικής παράδοσης Χρόνη Αηδονίδη, συμπλήρωσε ένα φωνητικό ψηφιδωτό που στήριξε επιτυχώς την μουσική ιδέα. Πολύ σημαντική ήταν η παρουσία του κουαρτέτου Camea από τη Βουλγαρία αλλά και της Παιδικής Χορωδίας του Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας. Το καλλιτεχνικό σκηνικό συμπλήρωσαν οι ηλεκτρονικοί "Γύρω-Γύρω" και η καλοδουλεμένη Φιλαρμονική της Καλαμαριάς. Η σκηνογραφική επιλογή του σεληνιακού φωτός πάνω στο σκιώδες αλλά ευμεγέθες δένδρο, έντυσε ατμοσφαιρικά και πετυχημένα τη μουσική δίνοντας πολλές συνειρμικές οπτικές διαστάσεις.

"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 16 Φεβρουαρίου 2004