Υπό το φως της Ανατολής.
Τούρκοι, Πέρσες, Λιβανέζοι και Έλληνες καλλιτέχνες στο Μέγαρο Μουσικής
Κριτική του ΑΝΤΩΝΗ Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ, μουσικολόγου.
Έχουν γίνει πλέον ένα αναμενόμενο καλλιτεχνικό γεγονός οι πετυχημένες ετήσιες
εμφανίσεις του σχήματος "Εν Χορδαίς", στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Οι
επιμελημένες παρουσίες του, αποσκοπούν κάθε φορά στην ανάδειξη των κοινών
πολιτιστικών στοιχείων και των συνεκτικών δεσμών των μεσογειακών λαών, με βάση
και αφορμή τα μουσικά τους χαρακτηριστικά. Από την άλλη, το φιλόμουσο κοινό της
πόλης συρρέει στις εμφανίσεις του σχήματος, τιμώντας παράλληλα τους
φιλοξενούμενους καλλιτέχνες και επιβραβεύοντας μία πορεία ποιότητας και τόλμης,
αφού δεν πρέπει να ξεχνιέται το γεγονός ότι τόσο η ίδρυση του συνόλου "Εν
Χορδαίς", όσο και της ομώνυμης σχολής παραδοσιακής μουσικής, υπήρξε μία συνεπής
πράξη καλλιτεχνικής αναζήτησης αλλά και αντίστασης στον ισοπεδωτικό μουσικό
συρμό.
Η μεγάλη ελληνική μουσική ιστορία όπως αυτή φανερώνεται στη λόγια και στην
παραδοσιακή της μορφή, αποτέλεσε για τις νεότερες δομές εκπαίδευσης του
ελλαδικού κράτους, ένα συμπλεγματικό και απαγορευμένο τόπο, ενώ ο κατεξοχήν
φορέας, επί σειρά δεκαετιών, της μουσικής παιδείας, η ωδειακή εκπαίδευση, υπήρξε
ανέκαθεν ελλιπώς και μόνιμα στραμμένη προς τις τονικολάγνες και δυτικές επιρροές
της. Προς επίρρωσιν των παραπάνω αναφέρουμε ενδεικτικά ότι το μοναδικό κρατικό
ωδειακό ίδρυμα, ανακάλυψε τη βυζαντινή μουσική, περίπου εννιά δεκαετίες μετά την
ίδρυσή του.
Η συναυλία που παρακολουθήσαμε ήταν ενταγμένη σε κύκλο συναυλιών που ως κύρια
θεματική τους έχουν τη μουσική της Μεσογείου. Είναι αλήθεια, ότι στον ιστορικό
και γεωγραφικό αυτό χώρο, που αποτελεί διαχρονικά ένα πολιτιστικό καμίνι, η
πολυσυλλεκτικότητα συναντά τη διαφορετικότητα, υπό το ανέσπερο φως της καθ’ ημάς
Ανατολής. Και εδώ, ο γεωγραφικός όρος δραπετεύει από τα στενά ετυμολογικά του
όρια. Ο ελληνιστικός λόγος, ο χριστιανισμός και το ισλάμ είναι οι κύριοι
παράγοντες που διαμόρφωσαν την αισθητικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύχθηκε
κάθε είδους φιλοσοφική, καλλιτεχνική και αισθητική αναζήτηση. Η αλληλεπίδραση
των επικοινωνούντων λαών υπήρξε δραστική και γόνιμη σε τέτοιο βαθμό ώστε στο
πέρασμα των αιώνων η καθιέρωση των επιμέρους διαφορών να καταστεί μία πράξη
αναγνώρισης της ιδιαιτερότητας και ιδιοσυγκρασίας του κάθε λαού που εκπορεύεται
όμως από το κοινό λίκνο.
Η βραδιά επιφύλασσε μία κυκλωτική ενότητα των μεσογειακών παραδόσεων στη λόγια
μορφή τους. Δεν κρύβω ότι στο άκουσμα της τιτλοφορούμενης γιαννιώτικης μουσικής
παράδοσης, εξεπλάγην από την απουσία του κατεξοχήν μουσικού συμβόλου της
ηπειρώτικης τέχνης, του κλαρίνου. Όμως η οπισθοπορεία για την ανακάλυψη του
μουσικού ιστορικού μας παρελθόντος αποκαλύπτει με τον ίδιο συγκινησιακό τρόπο
και κάποιες άλλες εκδοχές, μίας άλλης μουσικής εκφοράς, που εκκοσμικεύεται κομψά
στο αστικό της περιβάλλον. Τα Γιάννενα ήταν ένα ιστορικός χώρος που
επικοινωνούσε και επηρεαζόταν από τα μεγάλα κέντρα του ελληνισμού την Πόλη και
τη Σμύρνη. Οι επιρροές αυτές ανιχνεύονται τόσο στην μουσικοποιητική δομή των
τραγουδιών, όσο και στην ενορχηστρωτική διάταξη όπου κύρια χρησιμοποιείται μαζί
με το βιολί, και το ούτι, το κανονάκι, η τζαμάρα.
Παραστατικός υπήρξε στην εκφορά και στις χαρακτηριστικότατες αναλύσεις του ο
Γιάννης Παπακώστας, προβάλλοντας την αυθεντική απόδοση μέσα από τη δεξιοτεχνική
ερμηνεία των τραγουδιών (Φεγγαροπρόσωπη, Αρχοντόπουλο), χωρίς όμως να μπορεί να
κρύψει από την επιτήδευση τον επαγγελματισμό του.
Τα όργανα που χρησιμοποιούνται στην ανατολική λεκάνη της μεσογείου, το βιολί, το
κανονάκι, το ούτι και τα κρουστά, είναι σε κάθε περίπτωση οικεία στους ακροατές
και κοινά σε όλες τις μουσικές παραδόσεις των μεσογειακών λαών, μεταξύ των
οποίων και ο ελληνικός. Γι’ αυτόν κυρίως το λόγο τα ηχοχρώματα της μουσικής
μοιάζουν τόσο γνώριμα και οικεία. Αυτή είναι μία δεσπόζουσα αίσθηση που
ισχυροποιείται από τις κοινές κλίμακες, τα μικροδιαστήματα και την μελισματική
πλοκή.
Την Ghada Shbeir είχαμε την τύχη να την ακούσουμε ξανά στο παρελθόν. Η πλούσια,
γεμάτη αλλά και εντυπωσιακά ευλύγιστη φωνή της, σε κάθε περίπτωση συνεπαίρνει
τον ακροατή, επαναφέροντας στην μνήμη του ένα ξεχασμένο αλλά πάντα ζωντανό
παρελθόν. Η ερμηνεία της τόσο στο συριακό ψαλμό, στα τραγούδια από την Ιορδανία
όσο και στο παραδοσιακό τραγούδι από το Λίβανο με τη συνοδεία της διακριτικής
αλλά πρωτόπειρης χορωδίας υπήρξε αμίμητη, ενώ το "σαρκί" του Δεδέ Εφέντη που
αποδόθηκε στην τουρκική, φάνηκε μάλλον αξιοπρεπώς διεκπεραιωμένο.
Ο Δρόσος Κουτσοκώστας τόσο στα
μονωδιακά μέρη όσο και στα ενόργανα έκανε μία εξαιρετική παρουσία τονίζοντας μία
άλλη διάσταση στην παράδοση της ψαλτικής τέχνης. Η ολιγομελής χορωδία που τον
υποστήριξε στο εξωτερικό μέλος του Λαμπαδαρίου, αλλά και απέδωσε το κοινωνικό
της Αναλήψεως επίσης του ιδίου συνθέτη, στάθηκε με αξιοπρέπεια, κάνοντας σαφείς
τους αισθητικούς προσανατολισμούς της σε σχέση με τη μορφολογική διάταξη του
εκκλησιαστικού μέλους.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στον πέρση δεξιοτέχνη Hossein Omoumi που
ερμήνευσε με αυθεντικότητα, φωνητικά και στο νέι, μουσική του Καντεμίρη και του
Μεβλανά Ρουμί, αλλά και στον τούρκο δεξιοτέχνη του ταμπουρά Necip Gulses. Τέλος,
σημαντική υπήρξε η παρουσία όλων των συντελεστών και βεβαίως του Κυριάκου
Καλαϊτζίδη στο ούτι, του Χάρη Λαμπράκη στα πνευστά, του
Ιορδάνη Κουτσιμάνη που είχε την ευθύνη του χορού και των υπολοίπων, που με την
παρουσία τους αν μη τι άλλο τόνισαν μία επιτακτική ανάγκη
της εποχής μας.
Τα κοινά πολιτισμικά στοιχεία των λαών με αιχμή τη μουσική τους παράδοση πρέπει
να αποτελούν παράγοντες φιλίας, συνύπαρξης, δημιουργίας και αντίστασης στην
διεθνιστική αφομοιωτική ισοπέδωση. Προϋπόθεση όμως, είναι να ενυπάρχουν δύο
θεμελιώδεις όροι για μία θετική εξέλιξη. Σεβασμός στην παράδοση και υπευθυνότητα
στην ερμηνεία της, η οποία πρέπει να αντιμετωπίζεται κάθε φορά σαν μία πράξη με
ιστορική και αναλλοίωτη διάσταση.
"ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ" 9 Φεβρουαρίου 2004