Ετερόκλητα συναισθήματα, αντιφατικές επιλογές
Κείμενο: Αντώνης Ι. Κωνσταντινίδης
Μια άγνωστη -στο φιλόμουσο κοινό της Θεσσαλονίκης- όπερα της μπαρόκ εποχής, τον
"Ιούλιο Καίσαρα" του Χέντελ, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε πρόσφατα
(15/3).
Ήταν η εαρινή οπερατική παραγωγή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης, που
χαρακτηριζόταν αφενός από την εξαιρετική διανομή και το υψηλό επίπεδο ερμηνείας
των σολίστ και της ορχήστρας και αφετέρου από τις πληθωρικές σκηνοθετικές
επιλογές. Επιλογές που συνοδεύονταν από πολλά και μάλλον αναπάντητα ερωτήματα.
Ιδιαίτερα προσφιλείς στους συνθέτες της εποχής, η ελληνορωμαϊκή ιστορία και
μυθολογία προσέφεραν πάντοτε ένα σταθερό υπόβαθρο στη θεματολογία της opera
seria. Σ’ αυτό αναζητήθηκαν οι υποθέσεις των έργων και απ’ αυτό αντλήθηκαν οι
πρωταγωνιστικοί τους χαρακτήρες, μεταπλάθοντας ή παραλλάσσοντας με ευκολία, τις
περισσότερες φορές, την ιστορική πραγματικότητα.
Η όπερα του Χέντελ "Ιούλιος Καίσαρ" εκτυλίσσεται με φόντο την Αίγυπτο και έχει
ως επίκεντρο το φημισμένο ειδύλλιο του Ρωμαίου ηγεμόνα με την Κλεοπάτρα. Γύρω
από αυτόν τον κεντρικό άξονα συνυφαίνονται συνωμοσίες, δολοπλοκίες,
αντεκδικήσεις και ανταγωνισμοί με παράλληλους στόχους την εξουσία και τον έρωτα.
ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ
Η επιλογή των φυσικών, παλαιών οργάνων, που θα στήριζαν μια ερμηνεία ιστορικής
υφής, υπήρξε από μόνη της μια σημαντική πρόκληση, στην οποία η Ορχήστρα Πατρών
υπό τη διεύθυνση του Γιώργου Πέτρου αντεπεξήλθε θαυμάσια παρά τις αντικειμενικές
δυσκολίες. Ισορροπημένη και ακριβής, η μουσική έκφραση του συνόλου παρέπεμψε με
πειστικότητα στην εποχή της πρεμιέρας, υποστηρίζοντας ανεπίληπτα και με σαφήνεια
την έντονη δραματικότητα της πλοκής αλλά και τα ανάλαφρα χορευτικά και λυρικά
στοιχεία. Συνεπής ως προς τις δυνατότητες του ήχου, η ερμηνεία θεωρούμε ότι σε
κάθε περίπτωση κινήθηκε θετικά στους προκαθορισμένους άξονές της. Η εμπειρία της
ακρόασης υπήρξε αναμφισβήτητα ξεχωριστή. Η επιδιωκόμενη "ιστορική" αναγωγή
μπορεί να στερούνταν τον όγκο και τη λάμψη που προσφέρουν τα όργανα της εποχής
μας, κέρδιζε όμως θετικές εντυπώσεις δομώντας μια αδιατάρακτη ενότητα με τις
φωνητικές ερμηνείες.
Η μικρόσωμη μέτζο Ketevan Kemoklidze, παρότι δεν είχε τη φυσική παρουσία ή τις
εντάσεις εκείνες που θα της επέτρεπαν μια διαφορετική σκηνική επιβολή, υπήρξε
μουσικότατη στην ενσάρκωση του Καίσαρος.
Η υψίφωνος Κασσάνδρα Δημοπούλου θεωρούμε ότι με την εξαιρετική ερμηνεία της
Κλεοπάτρας επέδειξε μια ανερχόμενη και σαφώς εξελίξιμη οπερατική αοιδό.
Θαυμάσιες και αξιοσημείωτες παρουσίες με σταθερές επιδόσεις σε απαιτητικές
ερμηνείες υπήρξαν η μεσόφωνος Ειρήνη Καράγιαννη στον ρόλο της τραγικής
Κορνηλίας, χήρας Πομπηίου, και η Θεοδώρα Μπάκα, ως ο υιός της προηγούμενης και
εν δυνάμει εκδικητής του αδικοχαμένου πατρός. Ο Πωλ Ζαχαριάδης, ως Πτολεμαίος,
αντεπεξήλθε ικανοποιητικά, συνεισφέροντας μια φιγούρα σκηνοθετημένη μάλλον με
υπερτονισμένη την κωμική της πλευρά παρά τον βίαιο και στυγνό χαρακτήρα του
προσώπου. Αν και ασθενής, ο στρατηγός Ακύλας -βαρύτονος Κωνσταντίνος Μαυρογένης-
υπήρξε στιβαρός και αξιοπρεπής. Την πετυχημένη διανομή συμπλήρωσαν ο κόντρα
τενόρος Νικόλας Σπανάτης και ο βαρύτονος Μανώλης Παπαδάκης.
ΤΟ ΘΕΑΜΑ
Η ερμηνευτική ενότητα των καλλιτεχνών με την ορχήστρα θεωρούμε ότι διαταράχτηκε
οπτικά από τις σκηνοθετικές επιλογές της Μαριάννας Κάλμπαρη. Σ’ αυτές, η
ιστορική ερμηνεία έδωσε τη θέση της σε μια επιδιωκόμενη προβολή της εξέλιξης
στον παρόντα χρόνο, τονίζοντας την πιθανή διαχρονικότητα της αρχικής υπόθεσης.
Οι πληθωρικές εναλλαγές των φορτωμένων με δύσπεπτους συμβολισμούς σκηνικών
(Πάρις Μέξης) συνέθλιψαν ιλαροτραγικά την πρόδηλη μουσική λεπτότητα, το μουσικό
συναίσθημα που ενυπάρχει στη γραφή του συνθέτη. Από τις γυάλινες πυραμίδες μέχρι
το καμπαρέ και από το κυκλώπειο αποκεφαλισμένο σώμα του Πομπήιου μέσα στην
αποστειρωμένη γυάλα μέχρι τα τεράστια χείλη της Αφροδίτης, η προσπάθεια
εντυπωσιασμού των θεατών υπήρξε μόνιμη και σαφής.
Η επιδιωκόμενη διαφοροποίηση στην επανάληψη των σκηνών στις τριμερείς άριες ντα
κάπο ήταν επιτυχής, θεωρούμε όμως ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελεί το πρόσχημα
για τον χειρισμό που έτυχαν τα οπτικά μέσα. Η Κλεοπάτρα παρέμεινε αθεράπευτα
ωραιοπαθής (ακόμη και υπό τη μαύρη μπούργκα!), χωρίς να αποκτά όμως γοητεία ή
την απαιτούμενη οπτική ωριμότητας, ο Καίσαρας πρόβαλλε απλά ως κακέκτυπο
αντίγραφο ενός σύγχρονου playboy πλανητάρχη, ενώ το γκροτέσκο πυγμαχικό στιλ του
Πτολεμαίου διόλου δεν έπεισε για τη σοβαρότητα των προθέσεών του. Όλα αυτά, σε
συνδυασμό με μπαλαρίνες, μαζορέτες, προεκλογικές κονκάρδες, εύθυμες χήρες και
τρελαμένους εκδικητές, συνέθεσαν ένα μάλλον αντιφατικά εκσυγχρονισμένο
περιβάλλον αμερικανικού κιτς, παρά μια σοβαρή υποστήριξη και διέξοδο στις
ερμηνευτικές προθέσεις του έργου.
Η εικόνα κέρδισε την πρωτοκαθεδρία, επισκιάζοντας τη μουσική, το θέαμα επέβαλε
την εγωπαθή του άποψη στην ακρόαση, ο λυρισμός του ερωτικού πάθους κακοποιήθηκε
από τη λάγνα έκφραση, και τα ερωτήματα για τη σκοπιμότητα των επιλογών σε μια
ούτως ή άλλως ιδιαίτερα ευαίσθητη και απαιτητική ως προς τους σκηνοθετικούς
χειρισμούς όπερα παρέμειναν αναπάντητα. Ή μήπως εντέλει ήταν αυτό το ζητούμενο;
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - 30/03/2008